Μπρος γκρεμός και πίσω… πάνα

ΠΩΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΠΕΦΤΟΥΝ ΣΤΗΝ «ΠΑΓΙΔΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ»

Αν ρίξουμε μια ματιά στον κόσμο της παγκόσμιας πολιτικής θα βρούμε πολλές γυναίκες σε θέσεις ηγεσίας και αυτό έχει κάνει πολλούς να μιλάνε για την εποχή της γυναικείας κυριαρχίας στην πολιτική. Αν, όμως ρίξουμε μια προσεκτική ματιά θα δούμε ότι οι περισσότερες από αυτές έχουν ένα κοινό: δεν έχουν παιδιά. Το πρόβλημα που προκύπτει από αυτό δεν είναι μόνο ότι οι γυναίκες με παιδιά υποεκπροσωπούνται στα παγκόσμια κοινοβούλια, αλλά επίσης ότι υπάρχει μία δομική διάκριση στην κοινωνία που εμποδίζει τις γυναίκες με παιδιά να ανελιχθούν στις ανώτερες θέσεις της πολιτικής. Τι μπορεί να γίνει, λοιπόν, ώστε να γίνει πιο εύκολη η ζωή των γυναικών που έχουν πέσει στην “παγίδα μητρότητας” αλλά και σε εκείνες που δεν έχουν παιδιά και παρουσιάζονται σαν εγωίστριες και ψυχρές; Και κυρίως, τι μπορεί να γίνει ώστε η οικογενειακή κατάσταση μίας γυναίκας να μην είναι τόσο καθοριστικός παράγοντας για την καριέρα της;

Τα διπλά στάνταρ που συνήθως ευνοούν τους άντρες και υπονομεύουν τις γυναίκες κάθε άλλο παρά καινούριο φαινόμενο είναι και σαφώς δεν επηρεάζουν μόνο τον τομέα της πολιτικής. Εκατομμύρια γυναίκες σε όλον τον ανεξάρτητα από την μόρφωσή τους και την επαγγελματικό τους προσανατολισμό πέφτουν καθημερινά σε αυτό που το περιοδικό “New Statesman”αποκάλεσε «παγίδα μητρότητας». Η διατήρηση της οικογένειας απαιτεί πολλή κρυφή και απλήρωτη εργασία που συνήθως προσφέρεται από τις γυναίκες, δηλαδή εργασία που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια και δεν αμείβεται. Το μεγάλωμα των παιδιών, οι δουλειές του σπιτιού, η οργάνωση των οικογενειακών υποχρεώσεων είναι μερικά από αυτά που κατά κανόνα (και κατά κύριο λόγο) κάνει μία γυναίκα προκειμένου να συντηρήσει την οικογένειά της που καταναλώνουν τον χρόνο της και απαιτούν προσπάθεια, αλλά δεν αναγνωρίζονται ως εργασία και δεν αμείβονται. Αυτού του είδους η εργασία, αν και εξαιρετικά σημαντική, απαιτεί συχνά η γυναίκα να απαρνηθεί εργασιακές ευκαιρίες και να αποδεχθεί την απώλεια ισχύος που προκύπτει από αυτό. Δεν είναι μόνο η διαφορά στους μισθούς γυναικών και αντρών που δημιουργεί ανισότητα και αδικία, αλλά και το “κενό μητρότητας” που δημιουργεί στον μισθό μίας γυναίκας το διάστημα που μένει εκτός εργασίας προκειμένου να μεγαλώσει τα παιδιά της.

Στον τομέα της πολιτικής συγκεκριμένα, οι υποψήφιοι αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα σε σχέση με την οικογενειακή τους κατάσταση. Από τη μία είναι γενικά παραδεκτό ότι είναι δύσκολο να συμβιβάσει κανείς τις οικογενειακές υποχρεώσεις με την πολιτική καριέρα. Από την άλλη συχνά ένας πολιτικός αναμένεται να έχει οικογένεια έτσι ώστε να δώσει το μήνυμα ότι είναι “φυσιολογικός”. Έτσι οι γυναίκες έρχονται αντιμέτωπες με μία αδύνατη κατάσταση. Αν έχουν παιδιά, τις κατηγορούν ότι δεν είναι αρκετά αφοσιωμένες στη δουλειά τους. Αν δεν έχουν, τις κατηγορούν ότι δεν έχουν τίποτε άλλο στη ζωή τους παρά μόνο τη δουλειά τους.


Μία έρευνα του 2014 (1) έδειξε ότι, όταν οι εργαζόμενοι έχουν παιδιά, προκύπτει ένα “μπόνους πατρότητας” και ένα “πέναλτι μητρότητας”. Οι εργοδότες τείνουν να βλέπουν τους άντρες με παιδιά ως πιο αξιόπιστους και αφοσιωμένους στην εργασία τους, ενώ τείνουν να βλέπουν τις γυναίκες με παιδιά ως λιγότερο προσηλωμένες και θεωρούν ότι εργάζονται λιγότερο. Κάτι τέτοιο φαίνεται να ισχύει και στην πολιτική. Η οικογένεια για τον άντρα πολιτικό είναι ένας ακόμα πόρος που μπορεί να εκμεταλλευθεί για να προωθήσει την καριέρα του. Η οικογένεια ενός άντρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως φωτογενικό υπόβαθρο σε “προσωπικές” φωτογραφήσεις, να αποτελέσει αντικείμενο αστείων περιστατικών σε χαρισματικούς λόγους και να δημιουργήσει ένα προσωπείο οικειότητας και αξιοπιστίας. Αντίθετα, το γεγονός ότι μία γυναίκα δεν έχει παιδιά είναι ακριβώς ο παράγοντας που της έδωσε τον χρόνο να ασχοληθεί με την πολιτική, αλλά το μειονέκτημα είναι ότι θεωρείται εγωίστρια και ψυχρή υπολογίστρια που βάζει την καριέρα της πάνω από όλα. Αυτό την απομακρύνει από τους “κανονικούς ανθρώπους”. Βέβαια κανείς δεν σκέφτεται ότι το να μην έχει κανείς παιδιά είναι κάτι πολύ κοινό. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, το 20% των γυναικών πάνω από 45 ετών δεν έχει παιδιά. Κι όμως, το να μιλάει μία γυναίκα “ως μητέρα” εξακολουθεί να θεωρείται πιστοποίηση αυθεντικότητας και φυσιολογικότητας.


Όσον αφορά το βρετανικό κοινοβούλιο, η δημοσιογράφος του New Statesman, Χέλεν Λιούις, ανακάλυψε μία κατάσταση που κάθε άλλο παρά καλωσόριζε τις γυναίκες στα έδρανα. Όταν το 1997 για πρώτη φορά οι γυναίκες κατέκτησαν μαζικά υπουργικές θέσεις (το ποσοστό τους ανήλθε από το 10% στο 15%) πολλοί θεώρησαν ότι είχε αρχίσει να διαφαίνεται μία νέα εποχή όπου τα λεγόμενα “γυναικεία ζητήματα” δεν θα παραβλέπονταν και η “μάτσο” αντρική κουλτούρα που μέχρι τότε επικρατούσε στο Γουέστμινστερ θα δέχονταν ένα πλήγμα. Η αλήθεια, όμως, αποδείχθηκε λίγο διαφορετική. Οι άντρες υπουργοί, που δεν είχαν το βάρος των οικογενειακών υποχρεώσεων (αυτό το καθήκον άφηναν να το αναλάβουν οι σύζυγοι τους), προτιμούσαν να μένουν μέχρι αργά το βράδυ στο κοινοβούλιο, είτε προγραμματίζοντας τότε κάποιες ψηφοφορίες, είτε για να κάνουν “πηγαδάκια” και να συζητήσουν μεταξύ τους κάτω από πιο χαλαρές συνθήκες. ‘Όταν οι γυναίκες υπουργοί, που αισθάνονταν ότι έπρεπε να επιστρέψουν στο σπίτι και τα παιδιά τους όσο πιο νωρίς γινόταν, πρότειναν να γίνονται όλες οι ψηφοφορίες το πρωί, πήραν την εξής απάντηση: “Όχι, όχι! Είναι απολύτως απαραίτητο να ψηφίζουμε το βράδυ γιατί μετά δειπνούμε όλοι μαζί. Τότε είναι που όλοι έχουν πρόσβαση στους υπουργούς και μπορούν να μιλήσουν μαζί τους”. Μία γυναίκα πολιτικός που ήταν και μητέρα εξήγησε ότι “αν τελειώναμε πιο νωρίς η πρώτη μου προτεραιότητα θα ήταν να γυρίσω σπίτι μου, στα παιδιά μου”. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτές οι συζητήσεις σε προχωρημένες ώρες είναι μια κεκαλυμμένη προσπάθεια να περιθωριοποιήσουν τις γυναίκες. Είναι ενδιαφέρον ότι πολύ συχνά μία κριτική που ασκείται στις γυναίκες πολιτικούς είναι ότι “δεν γίνονται μέρος της κλίκας”.

Όμως, σίγουρα τα πράγματα καλυτερεύουν. Τώρα μπορεί πλέον να πάρει κανείς το παιδί του μαζί προκειμένου να παραστεί σε κρίσιμες ψηφοφορίες και η αρχή έγινε όταν η Τζο Σουίνσον έγινε υπουργός ισότητας το 2014. “Νομίζω ότι η πατρότητα είναι σχεδόν αόρατη για τους ανθρώπους” λέει η Σουίνσον “γιατί οι άντρες δεν περνάνε κάποια φάση ιδιαίτερης σωματικής αλλαγής όπως οι γυναίκες. Σε αυτό το παιχνίδι συμμετέχουν και τα μέσα. Όταν μιλάνε για τις γυναίκες ξεκινάνε πάντα αναφέροντας την ηλικία της και ότι είναι μητέρα Χ παιδιών ή, αν δεν έχουν παιδιά, θα αναφερθούν σε αυτό με τρόπο που δεν το κάνουν όταν μιλάνε για άντρες”.
Η Σουίνσον, επίσης, μιλάει και ένα ακόμα θέμα που σπάνια αναφέρεται. Τη γονική άδεια. “Πιστεύω ότι θα έπρεπε να υιοθετήσουμε το Σκανδιναβικό μοντέλο όπου ένα κομμάτι της γονικής άδεια δίνεται υποχρεωτικά στον σύζυγο. Εξαιτίας του ότι είναι οι γυναίκες εκείνες που κατά κύριο λόγο λαμβάνουν τη γονική άδεια και λόγω των κοινωνικών προσδοκιών, οι μαμάδες καταλήγουν να αναλαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος όσον αφορά τη φροντίδα των παιδιών και στο τέλος διατηρούν τη μεγαλύτερη ευθύνη για αυτό ακόμα και όταν επιστρέψουν στην εργασία τους γιατί έχουν πλέον αναπτύξει την σχετική εμπειρία. Το μεγάλωμα των παιδιών θέλει εξάσκηση. Δεν ξέρεις εκ των προτέρων πως να ηρεμήσεις ένα μωρό που κλαίει”. Το 1998 η Σαλ Μπρίντον κατά την διαδικασία επιλογής για το κόμμα ρωτήθηκε από μία γυναίκα σύμβουλο πως θα τα κατάφερναν τα παιδιά της και αν ο σύζυγός της μπορούσε να τους φτιάξει βραδινό ενώ εκείνη θα βρισκόταν σε προεκλογική εκστρατεία.

Όμως, δεν είναι μόνο οι γυναίκες που έχουν παιδιά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, αλλά και εκείνες που δεν έχουν. Η πρώην πρωθυπουργός της Αυστραλίας, Τζούλια Γκίλαρντ, που δεν έχει παιδιά και δεν παντρεύτηκε ποτέ, έχει να πει πολλά για το θέμα. Στις 9 Οκτωβρίου 2012 έδωσε την περίφημη “ομιλία περί μισογυνισμού” στην οποία “έψησε” τον κύριο αντίπαλό της Τόνι Άμποτ επί 15 τρομακτικά λεπτά, ανοίγοντας τον λόγο της με τη φράση: “Δεν δέχομαι διαλέξεις περί σεξισμού και μισογυνισμού από αυτόν τον άντρα. Αν θέλει να μάθει ποιο είναι το πρόσωπο του μισογυνισμού στη σύγχρονη Αυστραλία δεν χρειάζεται να κάνει ερώτημα στο κοινοβούλιο, ας κοιτάξει στον καθρέφτη.”

(μην ξεχάσετε να ενεργοποιήσετε τους ελληνικούς υπότιτλους όταν κάνετε παρακολούθηση στο youtube)

Αφορμή για αυτές τις βαριές εκφράσεις ήταν η γκάφα ενός μέλους της αντιπολίτευσης που έστειλε μηνύματα από το κινητό του σε κάποιον εργαζόμενο στη βουλή στα οποία παρομοίαζε τα γυναικεία γεννητικά όργανα με ένα είδος μυδιού και αποκάλεσε μία συνάδελφό του “άσχετη σκύλα”. Με το που ξέσπασε σάλος με τη υπόθεση αυτή, ο Τόνι Άμποτ βιάστηκε να καταδικάσει το περιστατικό αποκαλώντας τα μηνύματα “αποκρουστικά” και “υποτιμητικά”. Φυσικά και ήταν αλλά ο Άμποτ ήταν πάνω από πρόθυμος να ξεφορτωθεί κάποιον που μέχρι από λίγο αποκαλούσε φίλο προκειμένου να αποφύγει ο ίδιος την κριτική. Η Γκίλαρντ, που γνώριζε πολλά περιστατικά του παρελθόντος όπου ο Άμποτ είχε ο ίδιος επιδείξει μισογυνική συμπεριφορά, έγινε έξαλλη από την υποκρισία και δεν δίστασε να το δείξει.

Το 1998 Άμποτ απάντησε στην ερώτηση ενός περιοδικού σχετικά με την έλλειψη γυναικών στην βουλή με μία δική του ερώτηση: “κι αν οι άντρες είναι βιολογικά και ψυχολογικά πιο κατάλληλοι για να ασκούν εξουσία και να δίνουν εντολές;” Κάποια άλλη στιγμή φώναξε στην Γκίλαρντ μέσα στη βουλή “τράβα παντρέψου” επειδή η Τζούλια Γκίλαρντ δεν είναι παντρεμένη και δεν έχει παιδιά, κάτι που έκανε κάποιον αντίπαλό της να θεωρήσει ότι μπορούσε να την αποκαλέσει “στέρφα”. Ακόμα και όταν πέθανε ο πατέρας της, ο Άμποτ αστειεύθηκε ότι “πέθανε από ντροπή” για την κόρη του. Αλλά δεν σταματούν εκεί οι σεξιστικές ανοησίες του Άμποτ. Κάποια στιγμή περιέγραψε την άμβλωση ως “εύκολη λύση” και κάποια στιγμή απευθύνθηκε στις “νοικοκυρές της Αυστραλίας που σκέφτονται καθώς σιδερώνουν”.

Λίγους μήνες μετά τον λόγο, το κόμμα του Άμποτ διοργάνωσε δείπνο για την συγκέντρωση χρημάτων όπου το μενού περιλάμβανε “τηγανητή πέρδικα Τζούλια Γκίλαρντ – μικρό στήθος, μεγάλα μπούτια και μεγάλο κατακόκκινο στόμα”. Όμως το κοινό χαρακτηριστικό των περισσότερων απαράδεκτων σχολίων εναντίον της Γκίλαρντ κατά την διάρκεια της καριέρας της αφορούσε το γεγονός ότι δεν είχε παιδιά. Το 2007 ο γερουσιαστής Μπιλ Χέφερναν την αποκάλεσε “εσκεμμένα στείρα”. Ο πολιτικός Τζορτζ Μπράντις κάποτε την χαρακτήρισε “μονοδιάστατο άτομο που επέλεξε να μην κάνει παιδιά”. Ακόμα και το ίδιο της το κόμμα δεν της χαρίστηκε. “Κάποιος που επιλέγει να ζήσει χωρίς παιδιά δεν μπορεί να είναι κα πολύ καλός άνθρωπος” είπαν για αυτή και την έχουν χαρακτηρίσει ως “άτεκνη, άθεη, πρώην κομμουνίστρια”. Το 2012 Η Sydney Morning Herald έγραψε ότι “ο κόσμος γύρισε την πλάτη στην Γκίλαρντ. Η μιντιακή της περσόνα δεν ταιριάζει στις προσδοκίες ορισμένων ψηφοφόρων: μία ανύπαντρη γυναίκα, χωρίς παιδιά που έχει αφιερώσει τη ζωή της στην καριέρα της”. Όμως το ότι δεν είχε παιδιά η Γκίλαρντ δεν ήταν μόνο αιτία προσωπικών επιθέσεων, αλλά και πολιτικών προσδοκιών. Πολλοί θεώρησαν ότι δεν είχε το δικαίωμα να διαμορφώσει πολιτική για τις οικογένειες. Δεν πιστεύει στην οικογένεια” είπαν. “Δεν δημιούργησε μία δική της”.

Η κριτική ενάντια στην Γκίλαρντ ήταν αναπάντεχα σκληρή και ευθεία, αλλά σε πολλές άλλες περιπτώσεις ο φόβος για τις άτεκνες γυναίκες καμουφλάρεται πίσω από ανησυχίες για την “εμπειρία” της και αν έχει “ολοκληρωμένη προσωπικότητα”. Όταν το 2005 η Άγκελα Μέρκελ έδειχνε έτοιμη να αναλάβει την ηγεσία της ομοσπονδίας κομμάτων που προσέβλεπαν σε κυβέρνηση, η σύζυγος του κύριου αντιπάλου της σχολίασε ότι “το βιογραφικό της δεν περιλαμβάνει τις κυριότερες εμπειρίες των περισσότερων γυναικών” αναφέροντας τη γέννηση παιδιών και την εγγραφή τους στο σχολείο. Το ότι ο σύζυγος αυτής της γυναίκας που τόσο εύκολα άσκησε κριτική, δεν είχε παιδιά ο ίδιος -το ζευγάρι υιοθέτησε δύο παιδιά- δεν φάνηκε να την απασχολεί ιδιαίτερα.

Οι γυναίκες πολιτικοί που δεν έχουν παιδιά βλέπουν συχνά να χρησιμοποιείται η οικογενειακή τους κατάσταση εναντίον τους, όχι μόνο από άντρες, αλλά και από γυναίκες. Κριτική που αντιμετώπισε και η Τερέσα Μέι όταν το 2014 έγινε η κύρια υποψήφια για να διαδεχθεί τον Ντέιβιντ Κάμερον. Η Daily Mirror έγραψε για αυτή: “Αυτό το ενδιαφέρον για την πολιτική δεν είναι φυσιολογικό. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να δείξεις ότι είσαι παθιασμένος με την πολιτική και το να μην κάνεις παιδιά είναι ένας από αυτούς”.
Άραγε οι άντρες πολιτικοί που δεν έχουν παιδιά βιώνουν την ίδια πίεση; Ο Μπεν Μπράτσο αναφέρει ότι δεν θυμάται να έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ το γεγονός ότι δεν έχει παιδιά σαν πολιτική επίθεση εναντίον του. “Δεν είχα διανοηθεί ποτέ ότι μπορεί κάποιος να σκεφτεί πως επειδή δεν έχεις παιδιά δεν μπορείς να καταλάβεις τις ζωές των ανθρώπων. Όλοι έχουμε οικογένειες ακόμα και αν δεν έχουμε παιδιά. Εγώ έχω εκτεταμένη οικογένεια με πολλά ανίψια”.
Οι γυναίκες πολιτικοί που δεν έχουν παιδιά αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα προβλήματα, όχι στην αρχή της καριέρας τους, αλλά αργότερα όταν επιχειρούν να καταλάβουν ηγετικές θέσεις. Φαίνεται σαν να μην έχουν “όλο το πακέτο” όπως θα ήθελαν οι ψηφοφόροι. Οι γυναίκες στην πολιτική συχνά δεν παντρεύονται ή, αν το κάνουν, δεν κάνουν παιδιά. Ίσως γιατί μια καριέρα στην πολιτική είναι τόσο απαιτητική που για να προωθηθούν πρέπει να αναβάλουν τα σχέδια της προσωπικής τους ζωής. Αργότερα μπορεί απλά να μην προλαβαίνουν. Μία άλλη εξήγηση μπορεί να είναι ότι μία γυναίκα πολιτικός μπορεί να δυσκολεύεται να βρει έναν σύντροφο που να δέχεται να γίνει μέλος στο “κλαμπ του Ντένις”, δηλαδή να δεχτεί να κάνει τις θυσίες που έκανε και ο Ντένις Θάτσερ για να υποστηρίξει τις φιλοδοξίες της συζύγου του.

Τελικά αυτό που μένει από όλη αυτή την ιστορία με τις γυναίκες πολιτικούς, με ή χωρίς παιδιά, είναι ότι χρειάζεται μεγάλη αλλαγή στις κοινωνικές προσδοκίες σχετικά με τους ρόλους και τις υποχρεώσεις γυναικών και αντρών. Μέχρι να συμβεί αυτό η πολιτική, όπως και πολλοί άλλοι τομείς, θα κυριαρχούνται από άντρες που δεν είναι υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες με αφορμή την οικογενειακή τους κατάσταση.


(1) Michelle J. Budig , “The Fatherhood Bonus and the Motherhood Penalty: Parenthood and the Gender Gap in Pay”, University of Massachusetts-Amherst


(Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νο 6 του SELENE)

 

ΔΕΣ ΕΠΙΣΗΣ:

Να την ακούς την κουβέντα της μάνας!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s