Μονόδρομος

της Αλεξάνδρας Χρονοπούλου

Ηττήθηκες κουκλίτσα μου; Ωραία! Έχεις δύο επιλογές: ή θα κάτσεις να κλωσήσεις τ’ αυγά της θλίψης σου μυξοκλαίγοντας ή θα σηκώσεις τα μανίκια και θα στρωθείς στη δουλειά.
Ξέρω, σ’ αδίκησε το αφεντικό. Δεν έχει μάθει να βλέπει τον κόπο, το μεράκι, τη φαντασία. Αυτά δεν ξέρει να τα εκτιμήσει. Βλέπει μόνο το συρτάρι του ταμείου και μ’ αυτό σε κρίνει μόνο στο τέλος της ημέρας. Κι ας ξέχασες το παιδί στο σχολείο για να του ετοιμάσεις την αναφορά του.

Κι ο άντρας σου αισθάνεται εγκλωβισμένος μ’ αυτήν την παλιοκατάσταση. Η ανασφάλεια τον έχει σφιχταγκαλιασμένο και δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα. Εσένα είχε πάντα να ξεσπάει, να εκτονώνει την απογοήτευση και τη φτιαχτή ανεπάρκεια που του ’χουν επιβάλλει να νιώθει. Είναι σισύφεια η προσπάθειά του κι ο ανδρισμός του κάθε μέρα συρρικνώνεται, γιατί κάθε προσπάθεια είναι εκ γενετής καταδικασμένη σ’ αυτό το στημένο παιχνίδι. Και μη μπορώντας να κάνει τίποτα άλλο, απλά σωπαίνει και το βράχο της σιωπής του σπρώχνει στωικά, στη μοίρα του παραδομένος. Κι ας φύτεψες στο μπαλκονάκι σας βασιλικό και δυόσμο και με το τίποτα και για το τίποτα στήνεις γιορτές και πανηγύρια.

Και τα παιδιά σου βλέπεις ν’ αγριεύουν, με μια απίστευτη ζωντάνια που δεν έχει πού ν’ απλωθεί, σαν θεριά κλεισμένα σε μικρά, ασφυκτικά κελιά. Μέχρι χτες η αγκαλιά σου συνόψιζε όλον τους τον κόσμο και σήμερα σου λένε πως για όλα φταις και σε δικάζουν που δεν τα’ αφήνεις ν’ ανασάνουν. Είναι βλέπεις εύκολο μαζί σου να τα βάλουν. Μ’ εσένα είναι πάντα εύκολο, γιατί το ξέρουν, βλέπεις, πως ό,τι και να κάνουν, ό,τι και να πουν εσύ θα τα υπερασπιστείς με πάθος και θα τ’ αθωώσεις. Αφού το ξέρεις πού και πώς κινούνται οι ένοχοι. Στο απυρόβλητο και ύπουλα. Και φταις εσύ που απ’ τα μικράτα τους τους απένειμες τίτλους ευγενείας και παραμύθια έλεγες για πρίγκιπες και βασιλιάδες και κάστρα με ιππότες και δεσποσύνες. Και φταις εσύ που δεν τους έμαθες πως τούτη η εποχή καμιά παραμυθία δεν χαρίζει. Σε κανέναν.

Και οι γονείς σου με την πετσοκομμένη σύνταξη που τώρα, στα γεράματα, περίμεναν κι αυτοί λιγάκι να χαρούνε, πρόωρα μαραίνονται, φυλλορροώντας, ανήμποροι να χρησιμέψουν. Και πόσο αβάσταχτα μεγάλο προβλέπεται το προσδόκιμο ζωής.  Αυτό ήξεραν πάντα κι αυτό κατέληξαν να θέλουν. Να είναι χρήσιμοι. Και τώρα δεν μπορούν. Η σύνταξη δεν φτάνει κι η χρησιμότητα έννοια απολύτως σχετική. Και εσύ δεν γελάς κι απλώνεις το χέρι να δεχτείς «τη συνδρομή» τους και μασάς ένα ξερό «ευχαριστώ» μέσα απ’ τα δόντια.

Κι οι φίλες σου. Τι να πεις τώρα; Άλλες βουλιάζουν στην κατάθλιψη και άλλες κουκουρούκου. Άλλες ψάχνουν κανένα μεροκάματο κι άλλες τι χρώμα να’ χει το μαγιό που θα τις βγάλει παραλία και πώς θα κρύψουν την κυτταρίτιδα. Κι εσύ δεν έχεις τίποτα πια να συνεισφέρεις στην κουβέντα. Όταν, λοιπόν,  δεν έχεις από πού να κρατηθείς παρά μόνο από σένα, τότε έχεις μόνο μια επιλογή: Να θυμηθείς ποια είσαι και να φερθείς ανάλογα.

Ξέρω, σου μίλησα για δυο επιλογές. Με ένα δίλημμα ξεκίνησα.
Εντάξει! Είπα ψέματα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s