Κριστίν Γκρανβίλ – Η κατάσκοπος που έτρωγε τους άντρες για πρωινό

Ένα επιβατικό τρένο διασχίζει την Πολωνία την εποχή του πολέμου. Στους διαδρόμους του κυκλοφορούν ένοπλοι γερμανοί στρατιώτες που ερευνούν τα βαγόνια ένα ένα για πιθανούς κατασκόπους ή άλλους κινδύνους.
Σε κάποιο βαγόνι στο πίσω μέρος του τρένου όπου δεν θα αργήσουν να φτάσουν οι στρατιώτες κάθεται μία νέα όμορφη γυναίκα. Δίπλα της βρίσκεται ένα πακέτο γεμάτο με προπαγανδιστικά φυλλάδια που ωθεί τους πολωνούς σε ένοπλη αντίσταση. Αν η γυναίκα πιαστεί σίγουρα θα εκτελεσθεί.
Όμως η γυναίκα αυτή δεν είναι μια οποιαδήποτε γυναίκα. Πρόκειται για την Κριστίν Γκρανβίλ, πρώην βασίλισσα της ομορφιάς της Πολωνίας και νυν βρετανή πράκτορας που ανέλαβε δράση δύο χρόνια πριν Επιχειρήσεις Ειδικών Αποστολών (SOE) αρχίσουν να στρατολογούν γυναίκες. Η Γκρανβίλ δεν είναι καθόλου ανυπεράσπιστη. Έχει κρυμμένο ένα στρατιωτικό μαχαίρι 18 εκ. σε μια θήκη στο μηρό και είναι ειδικευμένη στην μάχη με χειροβομβίδες.

“Με το όπλο μπορείς να αμυνθείς ενάντια σε έναν. Με μία χειροβομβίδα όμως μπορείς να τα βάλεις με πέντε ή και έξι άτομα” είχε δηλώσει κάποτε. Όμως η Γκρανβίλ γνωρίζει πως μία ευθεία αντιπαράθεση με τους οπλισμένους στρατιώτες δεν θα ήταν η πιο σοφή κίνηση. Πρέπει να βρει μια άλλη λύση.
Το όμορφο πρόσωπο της δεν αποκαλύπτει το παραμικρή ανησυχία. Αντίθετα, τα γλυκά καστανά της μάτια κοιτάζουν τριγύρω ήρεμα ενώ το μυαλό της υπολογίζει την κατάσταση με ψυχραιμία. Το βλέμμα της σταματά στον άντρα που κάθεται απέναντί της. Είναι ένας αξιωματικός της Γκεστάπο που φαίνεται απορροφημένος στην εφημερίδα του.
“Με συγχωρείτε!” του λέει κι εκείνος σηκώνει το βλέμμα του στο όμορφο πρόσωπό της. Τότε η Γκρανβίλ εξαπολύει την πιο ισχυρή της επίθεση.
“Φοβάμαι πως βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση και θας σας ήμουν υπόχρεη αν με βοηθούσατε λιγάκι” του λέει και χαμογελάει με εκείνο το χαμόγελο που είχε κάνει αμέτρητους άντρες στο παρελθόν να χάσουν τον ύπνο τους.Ο Γερμανός αξιωματικός δεν έχει καμία ελπίδα. Όπως οι περισσότεροι άντρες πριν από αυτόν νιώθει την γοητεία της Γκρανβίλ να τον κυριεύει.
Η Γκρανβίλ δείχνει το πακέτο με τα φυλλάδια και του λέει: “Έχω έδώ ένα πακέτο με τσάι που βρήκα στην μαύρη αγορά. Βλέπετε έχω την μητέρα μου άρρωστη στην Βαρσοβία και σκέφτηκα ότι θα της έκανε καλό αν της το πήγαινα. Αν όμως το βρουν οι στρατιώτες θα βρω τον μπελά μου. Αναρρωτιόμουν λοιπόν αν θα μπορούσατε να το κρύψετε για λίγο μέσα στην τσάντα σας μέχρι να περάσει ο κίνδυνος.”
Λίγες ώρες αργότερα η Γρανβίλ κατεβαίνει στον σταθμό της Βαρσοβίας με το πολύτιμο πακέτο της ανά χείρας και την καρδιά του γκεσταπίτη στα πόδια της. Τα βήματά της είναι χαρούμενα και γεμάτα αυτοπεποίθηση καθώς επρόκειτο για μία γυναίκα με παθολογική ανάγκη για δράση.
Το αληθινό της όνομα ήταν Κριστίνα Σκάρμπεκ και είχε γεννηθεί στην Πολωνία το 1908. Στα 14 αποβλήθηκε από το καθολικό σχολείο που παρακολουθούσε γιατί έβαλε φωτιά στο πετραχήλι ενός ιερέα κατά την διάρκεια της λειτουργίας. Το 1931 η 23χρονη τότε Κριστίνα στέφθηκε  “Μις Σκι” στο κοσμικό χειμερινό θέρετρο Ζακοπάν όπου περνούσε το καιρό της ξελογιάζοντας άντρες και κάνοντας λαθρεμπόριο τσιγάρων από την Τσεχοσλοβακία στην οποία περνούσε παράνομα κάνοντας σκι στα βουνά παρακάμπτωντας έτσι τις περιπόλους της συνοριοφυλακής. Τελικά παντρεύτηκε έναν πλούσιο διπλωμάτη 20 χρόνια μεγαλύτερό της που ήταν προξενος της Πολωνίας στην Α. Αφρική.
Όταν το 1939 οι Γερμανοί εισέβαλλαν στην Πολωνία η Γκρανβίλ και ο άντρας της πήγαν στην Γαλλία όπου η Γκρανβίλ προσέγγισε τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες με ένα ριψοκίνδυνο σχέδιο.Πρότεινε να περάσει από την ουδέτερη τότε Ογγαρία με σκι στην Πολωνία για να δώσει τα επαναστατικά φυλλάδια στους συνδέσμους των βρετανών και να μεταφέρει πίσω στο Λονδίνο τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει η πωλωνική αντίσταση.


Όταν επιχείρησε να περάσει τα σύνορα με σκι η Γκρανβίλ ήταν Φλεβάρης του 1940 και εκείνος ο χειμώνας έχει μείνει στην ιστορία ως ο χειρότερος χειμώνας στη μνήμη όσων ζούσαν. Η θερμοκρασία έπεφτε στους -30 C, τα πουλιά πάγωναν πάνω στα κλαδιά και στα βουνά έβρισκαν συχνά ματωμένα χνάρια από όπου είχαν περάσει πεινασμένοι λύκοι που αργοπέθαιναν. Η Γκρανβίλ όμως τα κατάφερε μια χαρά και έφτασε σώα στην Πωλωνία όπου ολοκλήρωσε την αποστολή της και βρήκε και τον χρόνο να κάνει σχέση με τον κόμη Βλαντιμίρ Λεντοτσόβσκι που ήταν μέλος της πολωνικής αντίστασης. Η Γκρανβίλ αργότερα περιέγραφε πως ο Λεντοτσόβσκι είχε την τάση να αποκαλύπτει μυστικά στον ύπνο του καθώς χτυπούσε με κωδικό τα δάχτυλά του επάνω στο δέρμα της.
Όταν επέστρεψε στην Ουγγαρία όμως η Γκρανβίλ έκανε άλλη μυστική σχέση με έναν άλλον Πολωνό αντιστασιακό, τον Αντρέι Κοβέρσκι, που είχε την φήμη του όμορφου άντρα. Ο Κοβέρσκι είχε χάσει ένα πόδι σε κυνηγετικό ατύχημα αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει μέλος της αντίστασης και να διακινεί σημαντικά έγγραφα κρύβοντάς τα μέσα στο ξύλινο πόδι του. Η Γκρανβίλ και ο Κοβέρσκι έμειναν μαζί για μεγάλο χρονικό διάστημα και οι περιπέτειές τους έχουν γίνει θρύλος. Μαζί παραβίαζαν τα πωλωνικά σύνορα μεταφέροντας προπαγανδιστικό υλικό, χρήματα, εκρηκτικά και συχνά ακόμα και συμμαχικούς πιλότους που προσπαθούσαν να διαφύγουν. Κάποια φορά μάλιστα που η Γκρανβίλ βρισκόταν σε μια κορυφή της οροσειράς που βρισκόταν ανάμεσα στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία έγινε αντιληπτή από ένα γερμανικό αεροπλάνο. Ο πιλότος της Λουτβάφε έστειλε μήνυμα από το αεροπλάνο του ότι την είχε παγιδεύσει “σαν μύγα πάνω σε λευκό τραπεζομάντηλο”. Επί ώρες η Γκρανβίλ κρυβόταν πίσω από έναν μεγάλο βράχο για να προστατευθεί από τα πυρα του Γερμανού.


Η Γρανβίλ κατάφερε να γλυτώσει και επέστρεψε στην Ουγγαρία αλλά εκεί έμαθε ότι οι Ναζί είχαν συλλάβει την μητέρα της στην Βαρσοβία. Η Γκρανβίλ βρήκε έναν Γερμανό αξιωματικό της Γκεστάπο που της υποσχέθηκε ότι θα έσωζε τη ζωή της μητέρα της με αντάλλαγμα 300 δολάρια (περίπου 3.500 ευρώ σήμερα) και μία βραδιά μαζί της. Όμως ο Γερμανός δεν τήρησε την συμφωνία του και η μητέρα της Γρανβίλ στάλθηκε στο Άουσβιτς όπου και πέθανε. Από αυτό το σημείο και μετά η Γρανβίλ ορκίστηκε εκδίκηση αλλά έπρεπε πρώτα να περάσει ορισμένες κακουχίες πριν να πάρει ικανοποίηση. Σε προσωπικό επίπεδο δέχτηκε ένα μεγάλο πλήγμα όταν έμαθε ότι ο σύζυγός της ήταν ομοφυλόφιλος και την απατούσε με άλλους άντρες. Κάποια στιγμή αργότερα και μετά από πολλά πικρά λόγια ανάμεσά τους το ζευγάρι θα χώριζε.


Όμως δεν τελείωσαν εκεί τα βάσανα της Γκρανβίλ.Τον Ιανουάριο του 1941 όμως εκείνη και ο Κοβέρσκι συνελήφθησαν από τους Γερμανούς. Κατά την διάρκεια των ανακρίσεων η Γκρανβίλ δάγκωσε τόσο δυνατά τη γλώσσα της που μάτωσε και άρχισε να βήχει για να δώσει την εντύπωση ότι είχε φυματίωση. Οι Γερμανοί τρομοκρατημένοι απελευθέρωσαν τόσο την ίδια όσο και τον Κοβέρσκι γιατί τον θεώρησαν μολυσμένο. Όμως η Γκρενβίλ και ο Κοβέρσκι δεν μπορούσαν πια να συνεχίσουν τη δράση τους στη Βουδαπέστη και πήγαν στην Αγγλία όπου πήραν τα ονόματα Κριστίν Γκρανβίλ και Άντριου Κέννεντι.
Τον Ιούλιο του 1944, μία ημέρα πριν την απόβαση στη Νορμανδία, η Γκρανβίλ έπεσε με αλεξίπτωτο στην νοτιοανατολική Γαλλία. Εκεί μετέφερε μηνύματα για την γαλλική αντίσταση. Μία μέρα που βρισκόταν σε έναν επαρχιακό δρόμο έπεσε πάνω σε μΊα γερμανική περίπολο ενώ κρατούσε στα χέρια της έναν χάρτη. Ο χάρτης ήταν τυπωμένος σε μετάξι έτσι ώστε να μπορεί να τον κρύβει στα ρούχα της και να μην διακρίνεται αν την έψαχναν. Οι Γερμανοί άρχισαν να την πλησιάζουν κι εκείνη δεν μπορούσε πια να κρύψει αυτό που κρατούσε στα χέρια της. Τότε κι αυτή, με τεράστια ψυχραιμία, τίναξε ανέμελα τον μεταξωτό χάρτη στον αέρα και μετά τον έκανε μαντήλι και μάζεψε τα μαλλιά της με αυτό. Όταν την ρώτησαν τι έκανε, εκείνη είπε ότι ήταν μια χωρική που έκανε τις δουλειές της.


Ένα άλλο περιστατικό που δείχνει την ψυχραιμία αλλά και την γοητεία αυτής της γυναίκας ήταν εκείνο που συνέβηκε ένα βράδυ που ο σκύλος μίας γερμανικής περιπόλου την ανακάλυψε την στιγμή που λάμβανε χώρα μια μυστική συνάντηση με κάποιους αντιστασιακούς. Οι Γάλλοι και η Γκρανβίλ κρύφτηκαν στους θάμνους αλλά ο σκύλος, ένας τεράστιος σκύλος αλσατίας που ήταν εκπαιδευμένος να δαγκώνει και να σπάει τον αυχένα των θυμάτων του, τους ανακάλυψε και άρχισε να γαυγίζει. Τότε η Γκρανβίλ άπλωσε το χέρι της και αγκάλιασε τον σκύλο τρυφερά. Ο σκύλος σταμάτησε να γαυγίζει και ξάπλωσε δίπλα της αγνοώντας τα καλέσματα των Γερμανών που τον έψαχναν.
Πολύ σύντομα στη Γαλλία η 36χρονη Γκρανβίλ, υπακούωντας στην άσβεστη ανάγκη της για περιπέτεια και ερωτικές κατακτήσεις έκανε σχέση με τον 28χρονο τότε βρετανό πράκτορα Φράνσις Κάμερτς που ήταν παντρεμένος. Η σχέση τους ολοκληρώθηκε ένα βράδυ που οι Γερμανοί βομβάρδισαν ανηλεώς το μέρος όπου βρίσκονταν. “Τότε πιστεύαμε όλοι ακράδαντα ότι θα πεθάνουμε” περιέγραφε αργότερα ο Κάμερτς. “Νιώθαμε ότι η αγκαλιά του άλλου ήταν το μοναδικό καταφύγιο μέσα στον πόλεμο.” Ο Κοβέρσκι που αγαπούσε την Γκρανβίλ αλλά δεν άντεχε να την βλέπει με άλλον ζήτησε και πήρε μετάθεση για το Μπάρι της Ιταλίας.


Λίγους μήνες αργότερα ο Κάμερτς και δύο ακόμα πράκτορες συνελήφθησαν και επρόκειτο να εκτελεσθούν. Η Γκρανβίλ τότε, σε μία έκρηξη ανυπολόγιστου θάρους αλλά και ανυπολόγιστης απελπισίας όρμησε στα γραφεία των φυλακών όπου κρατούνταν ο Κάμερτς προσποιούμενη την σύζυγό του. Δωροδοκόντας έναν φρουρό βρήκε το γραφείο του Γάλλου συνεργάτη των Γερμανών και σε έξαλλη κατάσταση άρχισε να τον βρίζει και να του λέει τι θα πάθει έτσι και τον βρουν οι συμμαχικές δυνάμεις επειδή δέχτηκε να  προχωρήσει με τις εκτελέσεις. Η Γκρανβίλ δεν είχε ιδέα αν η πράξη της θα είχε αποτέλεσμα και για την ακρίβεια βρισκόταν σε σημαντικό κίνδυνο να εκτελεσθεί και η ίδια αλλα τελικά ο συνεργός των Γερμανών ταράχτηκε τόσο πολύ από τα λόγια της που έχυσε τον καφέ του και απελευθέρωσε τον Κάμερτς και τους άλλους.
Η ατρόμητη και γοητευτική Κριστίν Γκρανβίλ εργάστηκε μέχρι το τέλος του πολέμου προσφέροντας τεράστιο έργο στους συμμάχους αλλά όταν έληξε ο πόλεμος οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες την αποδέσμευσαν απονέμοντάς της ένα σωρό μετάλια ανάμεσα στα οποία και ο Σταυρός του Αγ. Γεωργίου και ο Γαλλικός Croix de Guerre, και δίνοντας της τον μισθό ενός μήνα μόνο. Μετά την άφησαν στο Κάιρο να βρει τι θα κάνει μόνη της.


Η Γκρανβίλ προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή της αλλά όπως ήταν φυσιολογικό μετά από μία ζωή γεμάτη κίνδυνο και περιπέτεια δεν ήταν εύκολο να συμβιβαστεί με την καθημερινότητα.  Βρήκε δουλειά σε ένα κρουαζιερόπλοιο που έκανε την διαδρομή Λονδίνο – Ν. Ζηλανδία και όπως ήταν η πολιτική της εταιρείας που είχε το πλοίο έπρεπε να εμφανίζεται πάντα φορώντας τα μετάλιά της πάνω από τη στολή της. Όπως ήταν φυσικό όλα αυτά τα μετάλια που δεν τα είχε ούτε στρατηγός άρχισαν να προκαλούν τον θαυμασμό των επιβατών αλλά και τον φθόνο των συναδέλφων της. Ο μόνος που την υποστήριζε ήταν ένας καμαρώτος ονόματι Ντένις Μαλντάουνι που ήταν γνωστος γυναικάς. Η Γρανβίλ και ο Μαλντάουνι ξεκίνησαν μία σχέση που όσο περνούσε ο καιρός ενθουσίαζε τον πρώτο και έκανε την δεύτερη να βαριέται. Όταν κάποια στιγμή η Γκρανβίλ του ζήτησε να τερματίσουν τη σχέση τους εκείνος αντέδρασε πολύ άσχημα και για τους επόμενους μήνες άρχισε να την παρακολουθεί και να την ενοχλεί στην προσωπική της ζωή με κάθε ευκαιρία.
Τελικά τον Ιούνιο του 1952 καθώς η Γκρανβίλ επέστρεφε το βράδυ στο ξενοδοχείο όπου έμενε μετά από δείπνο με φίλους, ο Μαλντάουνι πετάχτηκε μπροστά της και την ακολούθησε στο λόμπι του ξενοδοχείου παρά την θέλησή της απαιτώντας να του επιστρέψει κάποιες ερωτικές επιστολές που της είχε στείλει. Όταν εκείνη του είπε ότι τις είχε κάψει αυτός έβγαλε μαχαίρι και την κάρφωσε στην καρδιά. Η Γκρανβίλ πέθανε ακαριαία και ο Μαλντάουνι συνελήφθηκε χωρίς καμία αντίσταση και αργότερα καταδικάστηκε σε απαγχονισμό.


Ένα χρόνο μετά τον θάνατό της που απασχόλησε τις εφημερίδες και την κοινή γνώμη της εποχής, ο Ίαν Φλέμινγκ έγραψε το “Καζίνο Ρουαγιάλ” και σαν ερωτικό ενδιαφέρον για τον ήρωά του Τζέημς Μποντ παρουσίασε μία αινιγματική μελαχρινή κατάσκοπο ονόματι Βέσπερ Λιντ. Ο βιογράφος του Φλέμινγκ ισχυρίζεται ότι ο Φλέμινγκ εμπνεύστηκε την Βέσπερ Λιντ από την Κριστίν Γκρανβίλ μετά από ένα γεύμα που είχε μαζί της στο Σόχο μετά τον πόλεμο. Η Βέσπερ Λίντ έμελλε να γίνει ένα από τα πιο εμβληματικά “κορίτσια του Μποντ” (άλλωστε ο Μποντ σύμφωνα με την υπόθεση την αγάπησε πραγματικά) αλλά όσα κατορθώματα και αν έχει να δείξει δεν φτάνουν σε καμία περίπτωση τα πραγματικά κατορθώματα της Κριστίν Γκρανβίλ που υπήρξε μια ατρόμητη και εφευρετική υπερκατάσκοπος στην αληθινή ζωή.

(Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νο 5 του περιοδικού SELENE)
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s