Οι κατάσκοποι που αγάπησα

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΝΤ ΕΝΗΛΙΚΙΏΝΟΝΤΑΙ.

Είναι όμορφα, σέξι και επικίνδυνα.
Τα αποκαλούν “κορίτσια” αλλά κάθε άλλο
παρά αδύναμα κοριτσάκια είναι. Γνωρίζουν πολεμικές τέχνες, ξέρουν πως να εξουδετερώνουν βόμβες, είναι άσσοι στο σημάδι και φέρνουν σε πέρας τις αποστολές τους χωρίς να χαλάσουν το μακιγιάζ τους. Τα “κορίτσια” του Μποντ γεννήθηκαν για να υποστηρίζουν τον θρυλικό κατάσκοπο, να γίνονται κατάκτησή του και συχνά να θυσιάζονται για χάρη του. Πέρα, όμως, από κάθε προσδοκία, όχι μόνο άφησαν το στίγμα τους στο κατασκοπικό σύμπαν του Τζέημς Μποντ, αλλά αποτέλεσαν και κεντρικό σημείο του θρύλου του 007, περισσότερο ακόμα και από τον ίδιο τον 007! Μέσα στο πέρασμα του χρόνου τα “κορίτσια” του Μποντ μεγάλωσαν, έγιναν γυναίκες και έγιναν απόλυτοι κυρίαρχοι του κόσμου της φανταστικής διεθνούς κατασκοπείας και από αντρική φαντασίωση εξελίχθηκαν στη νούμερο ένα φαντασίωση γυναικείας ισχύος!

Ο Τζέημς Μποντ όπως τον φαντάστηκε ο Ίαν Φλέμινγκ.

Η πρώτη ταινία Τζέημς Μποντ εμφανίστηκε το 1962 αλλά ο ομώνυμος ήρωας “γεννήθηκε” το  1953 με το μυθιστόρημα του Βρετανού συγγραφέα Ίαν Φλέμινγκ “Καζίνο Ρουαγιάλ”. Ο μυστικός πράκτορας με τον κωδικό “007” από την αρχή ήταν κυνικός, λάτρης των γρήγορων αυτοκινήτων και των ωραίων γυναικών. Ειδικά οι τελευταίες από την πρώτη στιγμή βρέθηκαν στο επίκεντρο των ιστοριών του Μποντ καθώς αποτελούσαν συνεχή υπενθύμιση για την αρρενωπότητά του και έπαιζαν πάντα ενεργό ρόλο. Αυτό σήμερα μπορεί να μοιάζει προφανές αλλά την δεκαετία του 50 ήταν κάτι ανήκουστο.
Στα μυθιστορήματα της εποχής οι γυναίκες έπαιζαν απλά τον ρόλο του θύματος που έπρεπε να σωθεί ή ήταν απλά διακοσμητικά αντικείμενα. Στα μυθιστορήματα όμως του Φλέμινγκ οι Βρετανικές Μυστικές Υπηρεσίες κυριολεκτικά στηρίζονται στην γυναικεία εργασία. Οι γυναίκες διεκπεραιώνουν τις διοικητικές εργασίες, συντονίζουν τις αποστολές, οργανώνουν τα ραντεβού και τροφοδοτούν ακόμα και το κυλικείο. Τα κεντρικά γραφεία είναι γεμάτα γυναίκες. Στο πεδίο της μάχης επίσης, οι γυναίκες παίζουν σημαντικό ρόλο. Ο Τζέημς Μποντ συχνά βασίζεται στην βοήθεια μίας γυναίκας για να τον οδηγήσει στον στόχο του σε όλες τις εξωτικές τοποθεσίες που τον φέρνει η κάθε αποστολή του. Συχνά επιβιώνει εξαιτίας της καίριας επέμβασης μίας γυναίκας που τον βοηθά να δραπετεύσει ή να εξουδετερώσει τον “κακό” και για όσες φορές γλιτώνει μία κορασίδα από του χάρου τα δόντια, άλλες τόσες φορές διασώζεται εκείνος από εκείνη. Οι ιστορίες του Φλέμινγκ, σε όρους κατασκοπευτικού θρίλερ, ήταν πάντα μία ιδιαιτερότητα.

Οι γυναίκες στα μυθιστορήματα της δεκαετίας του '60 ήταν πάντα ασήμαντες, αναλώσιμες και έπαιζαν μόνο τον ρόλο του ερωτικού αντικειμένου για τον άντρα πρωταγωνιστή ή του θύματος που χρειάζεται να διασωθεί (πάλι από τον άντρα πρωταγωνιστη εννοείται).
Οι γυναίκες στα μυθιστορήματα της δεκαετίας του ’60 ήταν πάντα ασήμαντες, αναλώσιμες και έπαιζαν μόνο τον ρόλο του ερωτικού αντικειμένου για τον άντρα πρωταγωνιστή ή του θύματος που χρειάζεται να διασωθεί (πάλι από τον άντρα πρωταγωνιστη εννοείται).

Όσο, όμως, και αν η εικόνα της γυναίκας στο σύμπαν του Μποντ ήταν προοδευτική (για τα τότε δεδομένα) δεν έπαυε πάντα να εμφανίζεται κατώτερη από εκείνη του άντρα. Ο ίδιος ο Φλέμινγκ, γυναικάς και σωβινιστής σε ακραίο βαθμό, στην πραγματική του ζωή δεν φερόταν με καλύτερο τρόπο στις γυναίκες. Δεν ήταν λοιπόν παράξενο που οι γυναίκες στις ιστορίες του, όσο ικανές και αν είναι, στο τέλος πάντα θεωρούνται ταυτόχρονα και αντιπερισπασμός Ο Φλέμινγκ μέσω του ήρωά του συχνά αποκαλεί τις γυναίκες με πολύ προσβλητικά επίθετα. Οι γυναίκες είναι απλά πόρνες ανεξάρτητα από τις ικανότητές τους και τις προθέσεις τους να βοηθήσουν τον ήρωα αλλά πάντα είναι καλές για ένα πράγμα: την ερωτική κατάκτηση. “Γυναίκα ήταν. Φυσικά και ήθελε να κοιμηθεί μαζί της” γράφει στο “Καζίνο Ρουαγιάλ” ο Φλέμινγκ. Κάποια άλλη στιγμή περιγράφει τι σκεφτόταν ο 007 για τις γυναίκες που οδηγούν: “Οι γυναίκες είναι συχνά προσεκτικές και ασφαλείς οδηγοί αλλά σπάνια είναι κορυφαίοι οδηγοί. Γενικά ο Μποντ τις θεωρούσε μικρό κίνδυνο και πάντα τους έδινε προτεραιότητα ενώ περίμενε τα πάντα από αυτές. Θεωρούσε τέσσερις γυναίκες σε ένα αυτοκίνητο τον μεγαλύτερο δυνατό κίνδυνο και δύο γυναίκες σχεδόν εξίσου θανατηφόρες. Πολλές γυναίκες μαζί δεν μπορούν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό μέσα σε ένα αυτοκίνητο και όταν μιλάνε πρέπει να κοιτάνε η μία το πρόσωπο της άλλης. Αποσπούν η μία την προσοχή της άλλης από τον δρόμο.”


Όσο σημαντικό ρόλο και να έπαιζαν οι γυναίκες στις ιστορίες του, ο Φλέμινγκ φρόντιζε πάντα να βρίσκονται σε σαφώς υποδεέστερη θέση από τους άντρες. Δεν ήταν τυχαίο που τις αποκαλούσαν “κορίτσια”. Ενώ οι άντρες πράκτορες δεν έχαναν την ευκαιρία να βρουν δικαιολογία για να κάνουν κάποια ερωτική σχέση με όποια γυναίκα είναι διαθέσιμη, για τις γυναίκες πράκτορες μία σχέση έξω από τις Μυστικές Υπηρεσίες αυτομάτως τις μετέτρεπε σε “κίνδυνο ασφαλείας” και έπρεπε ή να παραιτηθούν ή να μετατραπούν σε “πόρνες στην υπηρεσία της Αυτού Μεγαλειότητας”. Ο ίδιος ο Τζέημς Μποντ φρόντιζε σε κάθε ευκαιρία να βάλει τον εαυτό του πάνω από bookcoverτις γυναίκες, μεταφορικά και συχνά κυριολεκτικά. Όσες ικανότητες και να είχαν εκείνες, πάντα το μεγαλύτερο προσόν τους ήταν το σώμα τους. Όλες, ανεξάρτητα από το αν ήταν επικίνδυνες πρακτόρισες σε αποστολή ή γραμματείς που δεν είχαν πάει πιο πέρα από την πλατεία Τραφάλγκαρ, οι γυναίκες περιγράφονταν πάντα με τον ίδιο τρόπο: λεπτές με πλούσιο στήθος, μακριά πόδια και ελαφρύ μαύρισμα. Σε τελική ανάλυση, ήταν πάντα η ιδιότητά τους να υπηρετούν -και συχνά να εξυπηρετούν- τις Βρετανικές Μυστικές Υπηρεσίες που έκανε αυτές τις γυναίκες σημαντικές. Στις ταινίες τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα. Εκεί που στα μυθιστορήματα τα “κορίτσια του Μποντ” αποκτούσαν διαστάσεις και γίνονταν αξιαγάπητα εξαιτίας κάποιου ελαττώματος -μία ουλή, μία στραβή μύτη, ένα ψυχολογικό τραύμα από το παρελθόν-  στις ταινίες αυτή η διάσταση δεν υπήρχε.
Οι πρώτες ταινίες με τον Σον Κόνερι, που για πολλούς είναι ο πιο “καλός” Τζέημς Μποντ που εμφανίστηκε ποτέ, καταφέρνουν εύκολα να μεταδώσουν αυτή την αίσθηση ότι οι γυναίκες είναι ανόητες, ρηχές και αβοήθητες χωρίς έναν άντρα καθώς γυρίζονται σε μία εποχή (δεκαετία του 60) που ο σεξισμός ανθεί. Τα “κορίτσια του Μποντ” μπορεί να διαφέρουν εμφανισιακά (αν και όλα είναι όμορφα με την παραδοσιακή έννοια) αλλά είναι όμοια στην ουσία τους. Όλα έχουν κάποιο “πρόβλημα” καθώς είναι γυναίκες που έχουν απομακρυνθεί από την ιδεολογία του “καλού, υπάκουου κοριτσιού”. Όλες ανεξαιρέτως έχουν πάρει τον “στραβό δρόμο” είτε γιατί δεν είχαν πατέρα όταν ήταν μικρές είτε γιατί βιάστηκαν σε νεαρή ηλικία είτε γιατί απλά δεν είχαν την τύχη να πέσουν πάνω σε έναν “σωστό άντρα”. Ο Τζέημς Μποντ στις ιστορίες του πάντα έρχεται για να φέρει αυτά τα κορίτσια στον “ίσιο δρόμο” και πάντα το κάνει μέσω του σεξ. Ο Ίαν Φλέμινγκ στα βιβλία του περνάει την άποψη ότι κάθε γυναίκα με προσωπικότητα απλά χρειάζεται ένα “σωστό αρσενικό” για να καταλάβει την θέση της – εννοείται υποδεέστερη εκείνου.

Η Πούσι Γκαλόρ στον “Χρυσοδάκτυλο” είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Σύμφωνα με την ιστορία βιάστηκε όταν ήταν μικρή και από τότε έγινε λεσβία (γιατί προφανώς καμία γυναίκα δεν γεννιέται ομοφυλόφιλη). Όταν συναντά τον Τζέημς Μποντ εργάζεται σαν πιλότος για τον “κακό” και είναι δυναμική, ατρόμητη και εμφανώς αδιάφορη για τις “χάρες” του 007. Σε μία ανατριχιαστική λόγω της ελαφρότητάς της σκηνή ο Τζέημς Μποντ προσπαθεί να την φιλήσει παρά την θέλησή της σε έναν αχυρώνα. Μετά η εικόνα μαυρίζει και η επόμενη σκηνή αποκαλύπτει όχι μόνο ότι ο Τζέημς Μποντ επέβαλε σεξ πάνω σε μία γυναίκα που δεν το ήθελε (με άλλα λόγια την βίασε!) αλλά και ότι εκείνη το ευχαριστήθηκε και μάλιστα τόσο πολύ που από εκείνο το σημείο και έπειτα αποφάσισε να αλλάξει σεξουαλικές προτιμήσεις! Οι τρόποι με τους οποίους αυτή η κατά τα άλλα “φυσιολογική” ταινία περνάει τρομακτικά μηνύματα είναι αμέτρητοι. Προφανώς ο δυναμισμός και το θάρρος σε μία γυναίκα είναι ελαττώματα που πρέπει να διορθωθούν (πάλι μέσω του σεξ). Αυτός ο Τζέημς Μποντ της δεκαετίας του ‘60 στα μάτια του σύγχρονου θεατή μοιάζει περισσότρο με “κακός” παρά με ήρωας.
Τι γίνεται όμως όταν μία γυναίκα είναι ανεπίδεκτη μαθήσεως και αρνείται να κάνει σεξ με έναν άντρα; Πάλι στον “Χρυσοδάκτυλο” ο Τζέημς Μποντ συναντά μια άλλη γυναίκα, την Τίλι Μάστερτον, που του “απαντούσε με ψυχρή ευγένεια”. Επειδή η Τίλι αρνείται μέχρι το τέλος της ιστορίας να κοιμηθεί με τον 007 τελικά τιμωρείται με θάνατο. Μία γυναίκα που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν σεξουαλικό αντικείμενο είναι άχρηστη και αναλώσιμη. Η Πούσι Γκαλόρ αντίθετα, το “κακό κορίτσι” που μπήκε στον ίσο δρόμο μόλις γεύτηκε τις σεξουαλικές ικανότητες του βρετανού υπερκατασκόπου, ζει και βασιλεύει για να διαδώσει το μήνυμα σαν πρώην αμαρτωλός ιεραπόστολος που βρήκε το φως.

donald
Ο Φλέμινγκ αντιμετώπιζε την γυναικεία ομοφυλοφιλία με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει την αμνησία ο Ντόναλντ Ντακ. Προκαλείται από ένα χτύπημα στο κεφάλι και γιατρεύεται με ένα άλλο.

Αντίστοιχες είναι και οι απόψεις του Τζέημς Μποντ και για την αντρική ομοφυλοφιλία. Ο Ίαν Φλέμινγκ βάζει τον ήρωά του να σκέφτεται: “ Η Τίλι Μάστερον ήταν ένα από εκείνα τα κορίτσια που οι ορμόνες τους είχαν μπερδευτεί. Ο Μποντ γνώριζε αυτό είδος πολύ καλά όπως γνώριζε και το αντρικό του αντίστοιχο που ήταν το αποτέλεσμα του να δίνουμε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και “σεξουαλική ισότητα”. Το αποτέλεσμα πενήντα ετών χειραφέτησης ήταν οι γυναικείες αρετές να εξαφανίζονται ή να μεταβιβάζονται στα αρσενικά. Φρουφρούδες και των δύο φύλων υπήρχαν παντού, όχι ακόμα τελείως ομοφυλόφιλοι, αλλά μπερδεμένοι… ένα κοπάδι δυστυχισμένων σεξουαλικών παριών”.


Εκείνο όμως που έχει μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου από τον “Χρυσοδάχτυλο” είναι κάτι ίσως πολύ πιο ανησυχητικό από μία σκηνή εξαναγκαστικού σεξ ή φασιστικές απόψεις για την σεξουαλικότητα. Η εικόνα που χαρακτηρίζει όσο τίποτε άλλο την ταινία είναι εκείνη της ηθοποιού Σίρλεϊ Ήτον που ξαπλώνει πάνω σε ένα κρεβάτι καλυμμένη με χρυσή μπογιά. Η Ήτον υποδυόταν την Τζιλ Μάστερτον που βρισκόταν στη υπηρεσία του Χρυσοδάκτυλου και που πολύ σύντομα και αναπόφευκτα ξελογιάζεται από τον Μποντ. Η προδοσία της τιμωρείται με θάνατο και μάλιστα εντυπωσιακό. Ο Μποντ την βρίσκει νεκρή στο κρεβάτι όπου μόλις πριν από λίγο είχαν κάνει σεξ, γυμνή και με καλυμμένο όλο της το σώμα με χρυσή μπογιά. Μόλις κυκλοφόρησε η ταινία, η εικόνα της “χρυσής” ‘Ητον εμφανίστηκε σε όλα τα ΜΜΕ και το Πλειμπόι την έκανε εξώφυλλο. Το “χρυσό κορίτσι του Μποντ” έγινε διάσημο “εν μία νυκτί” και αποτέλεσε τροφή για αμέτρητες αντρικές φαντασιώσεις. Εκείνο όμως που κάνει ανατριχιαστική όλη την υπόθεση είναι ότι η Τζιλ Μάστερτον δεν ήταν μόνο γυμνή σε εκείνη την σκηνή αλλά και νεκρή αλλά προφανώς  αυτό το δεύτερο ήταν εντελώς ασήμαντο μπροστά στο πρώτο. Η συγκεκριμένη σκηνή απέδειξε ότι το γυναικείο σώμα χρησιμοποιείται και εκλαμβάνεται ως σεξουαλικό αντικείμενο ακόμα και όταν είναι νεκρό. Οι συνειρμοί που συνδέουν την βία ενάντια στις γυναίκες, την σεξουαλική κυριαρχία και την σεξουαλικότητα δεν είναι τυχαίοι ή αθέλητοι από την πλευρά του σκηνοθέτη καθώς ο Μποντ στην σκηνή αυτή όχι μόνο δεν δείχνει να τον απωθεί η εικόνα της νεκρής γυναίκας αλλά αντίθετα φαίνεται να θεωρεί την κατάσταση ευκαιρία για να θαυμάσει – όπως και ο θεατής μέσα από το βλέμμα του- το σώμα της.

bookcover
Η δεκαετία του 70, όπως ήταν φυσικό, μαζί με τις κοινωνικές αλλαγές έφερε και αλλαγές στον τρόπο που παρουσιάζονταν οι γυναίκες στις ταινίες Τζέημς Μποντ αλλά και ο ίδιος ο 007. Ο Ρότζερ Μουρ πήρε τον ρόλο του διάσημου κατασκόπου και μαζί του έφερε μια ατμόσφαιρα  παρωδίας στις ταινίες που άλλους τους ξένισε και άλλους τους ενθουσίασε. Όσο όμως οι γυναίκες στην πραγματική ζωή κέρδιζαν δικαιώματα και σεβασμό, στις ταινίες ο σεξισμός προσπαθούσε να κρατηθεί με νύχια και με δόντια. Ήταν ξεκάθαρο ότι ο Τζέημς Μποντ δεν ήθελε τις γυναίκες του απελευθερωμένες. Για την ακρίβεια, σαν αντίδραση στις κοινωνικές αλλαγές που έδιναν δικαιώματα στις γυναίκες,οι ταινίες Τζέημς Μποντ άρχισαν να γίνονται όλο και πιο βίαιες και όλο και πιο επιθετικές ενάντια στις γυναίκες. Ο 007 εκείνη την εποχή ξεπερνά το επίπεδο της απλής σεξουαλικής εκμετάλλευσης και της περιστασιακής βίας ενάντια στις γυναίκες και γίνεται πραγματικά θανατηφόρος. Η ταινία Τα Διαμάντια Είναι Για Πάντα” ο 007 στραγγαλίζει μία γυναίκα με το πάνω μέρος του μπικίνι της. Σε κάποια άλλη ταινία χρησιμοποιεί την παρτενέρ του σαν ανθρώπινη ασπίδα ενάντια στις σφαίρες των αντιπάλων του. Και σε κάποια άλλη ξεκάθαρα, απροκάλυπτα και βασικά αναίτια δεν διστάζει να σπάσει στο ξύλο μία γυναίκα για να της αποσπάσει πληροφορίες παρά το γεγονός ότι η γυναίκα αυτή προσέτρεξε με δική της θέληση σε εκείνον ζητώντας την προστασία του.

[…]

(Διαβάστε τη συνέχεια στο τεύχος Νο 5 του περιοδικού SELENE)
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s