IOU nothing

ΕΠΕΙΔΗ, ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΤΟ ΝΑ ΣΕ ΘΕΩΡΟΥΝ ΘΥΜΑ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΩΣ ΕΙΣΑΙ ΚΙΟΛΑΣ

της Αλεξάνδρας Χρονοπούλου

H παρακολούθηση του στόχου ήταν ό,τι πιο εύκολο του είχε τύχει ποτέ. Επαγγελματίας εκτελεστής, ένιωθε να ’χει πραγματικά ξεπέσει με τόσο προβλέψιμο υποψήφιο θύμα.Κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, το ίδιο ακριβώς δρομολόγιο, οι ίδιες πάντα στάσεις, την ίδια πάντα ώρα, ακριβώς. Τόσο εύκολο που καταντούσε γελοίο.
Όμως εκείνος ήταν επαγγελματίας. Η παρακολούθηση ήταν εικοσιτετράωρη, συνεχής, άγρυπνη και θα συνεχιζόταν για όσο χρονικό διάστημα θα έκρινε ο ίδιος ότι ήταν απαραίτητο, ώστε να ξέρει και το ρυθμό της αναπνοής του θύματος και τις σωματικές του εκκρίσεις ακόμα. Η διαδικασία είναι πάντα σημαντική για την ευόδωση του εγχειρήματος, γι’ αυτό το λόγο το τυπικό πρέπει να τηρείται, πάντα, με θρησκευτική ευλάβεια. Κι αυτός ήταν ο καλύτερος.
Αυτό, ωστόσο, το υποψήφιο θύμα τον είχε από την πρώτη ματιά εκνευρίσει. Τον είχε κουράσει από το πρώτο δευτερόλεπτο, σε βαθμό που άρχισε να ψάχνεται: «Δεν είναι δυνατόν. Κανείς δεν μπορεί να είναι τόσο, μα τόσο, προβλέψιμος».


Συνέχιζε βέβαια, παρά τον εκνευρισμό που του προκαλούσε, να το παρακολουθεί δίχως διάλειμμα, διακοπή καμία. Έλεγχε την αλληλογραφία, τους λογαριασμούς, μέχρι και τα σκουπίδια που πετούσε. Με τον τρόπο αυτό γνώριζε πότε είχε περίοδο, ποια βραδιά είχε κάνει έρωτα, αν μετά καθάρισε ένα μήλο, ποιος λογαριασμός παράπεσε απλήρωτος και ποιο πρωινό ξέχασε το χάπι της.Ένας εύκολος, πανεύκολος, απόλυτα προβλέψιμος στόχος. Καταδικασμένος.Ένα μυαλουδάκι απλό, ήσυχο, αθώο στην άγνοιά του. Προορισμένο για ταπετσαρία σε κάποιο αδιάφορο τοίχο.
Τα πάντα δούλευαν ρολόι. Το σχέδιο είχε μόνο μια πιθανότητα. Να πετύχει. Άλλωστε ήταν επαγγελματίας. Δεν βάδιζε στην τύχη. Είχε μέθοδο, δοκιμασμένη, αποτελεσματική, αλάνθαστη.Είχε γίνει σκιά της για μήνες. Πόσο πληκτική ήταν η ζωή της. Πόσο κουρδισμένη. Είχε πια μάθει και το τελευταίο και το παραμικρό, ασήμαντο γρανάζι αυτού του, ούτως ή άλλως, απλοϊκού μηχανισμού. Ήταν πανέτοιμος να εξαερώσει τον στόχο.
Μια σφαίρα με το όνομά της. Μόνο μια σφαίρα. Ένα όνομα. Μια ημερομηνία για να ολοκληρωθεί το τρίπτυχο ημερομηνία – παύλα – ημερομηνία… και … ταφόπλακα.


Την είχε έτοιμη τη σφαίρα. Την έπαιζε, ασταμάτητα, ανάμεσα στα ήρεμα δάχτυλά του. Οραματιζόταν την ώρα, το λεπτό, το δευτερόλεπτο εκείνο που το μεταλλικό αντικείμενο θα έκανε θρύψαλα το μέτωπό της, στο σημείο ανάμεσα στα παχιά, φυσικά της φρύδια – ήξερε πως δεν τα έβγαζε – και θα έκανε το απλό, μικρό μυαλουδάκι της διακοσμητικά σμπαράλια, graffiti.
Ένας επαγγελματίας εκτελεστής είναι πάνω απ’ όλα καλλιτέχνης. Σκηνοθετεί τη στιγμή μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια. Τη ζει στο μυαλό του ξανά και ξανά και ξανά… Cut!… Γύρισμα… Cut!… Κοντινό… CUT. Τη μοντάρει. Τη ντύνει μουσικά. Τη σκιάζει και τη φωτίζει μέχρι να τον ικανοποιήσει το αποτέλεσμα. Τότε ξέρει.
Τώρα ήξερε πως είχε έρθει η ώρα για το μεγάλο φινάλε. Ήξερε τον τόπο, τον χρόνο, το φως, τις περιστάσεις, μέχρι και πόσοι κομπάρσοι θα φανούν στο κάδρο.
Όλα έτοιμα.
Το parking είναι υπόγειο, υγρό και σκοτεινό. Αυτό το κακοφωτισμένο σκοτεινό που σε υποβάλλει, ενώ κάτι νομίζεις πως βλέπεις, κάτι πως διακρίνεις, το μαύρο δεν υποχωρεί, αντίθετα εξαπλώνεται σαν πετρελαιοκηλίδα και γεμίζει με παχιά, πηχτή, αργή κίνηση κάθε κενό.
Μια αηδιαστική, βρομερή μυρωδιά υπονόμου γεμίζει τα ρουθούνια κι ανακατεύεται με αυτή της λάσπης και της μούχλας και της σήψης και κάνει το στομάχι να αναδεύεται ενοχλημένο.
Είναι εκεί. Μοιάζει να τον περιμένει. Ένα κρύο, ανέκφραστο πρόσωπο. Ένα σώμα ντυμένο σκούρα. Στεγνό. Στητό. Άκαμπτο. Σοβαρό. Σκοτεινό.
Είναι εκεί. Ένα με το σκοτάδι. Οι γόβες της σιωπούν, ακινητούν στο λασπωμένο τσιμέντο. Τα δικά του μαλακά, λαστιχένια παπούτσια ακούγονται αχνά καθώς αφήνουν τα ίχνη τους στο κολλώδες δάπεδο. Την πλησιάζει αργά. Μεθοδικός, ψυχρός, ανυποψίαστος.
Ήξερε πάντα να κινείται με άνεση στο σκοτάδι. Αυτό που δεν ήξερε ήταν πως εκείνη τη στιγμή το σκοτάδι είχε σάρκα και οστά. Είχε ένα κρύο, ανέκφραστο πρόσωπο. Είχε σώμα ντυμένο σκούρα και λασπωμένες γόβες.


Ούτε καν υποψιαζόταν ότι το θύμα του, ο τόσο εκνευριστικά προβλέψιμος στόχος του, τον περίμενε από ώρα να πλησιάσει κρατώντας ένα περίστροφο στο σταθερό, αποφασισμένο χέρι. Ένα όπλο με μια σφαίρα στη θαλάμη. Μια μόνο ανώνυμη σφαίρα και μια απροσδιόριστη ημερομηνία που άφηνε πίσω της μια ατέλειωτη γραμμή από παύλες – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –
Αυτή η σφαίρα τον βρήκε ανάμεσα στα φρύδια (ούτε εκείνος τα έβγαζε). Ακριβώς ανάμεσα στα φρύδια και τον σώριασε με ένα ξερό γδούπο στο λασπωμένο τσιμέντο. Αν υπήρχε λίγο παραπάνω φως στον σκοτεινό αυτό χώρο θα μπορούσε εύκολα κανείς να διακρίνει στην έκφρασή του την απορία «Πώς το κάνε αυτό;». Μα ήταν θεοσκότεινα.
Κινήθηκε αργά προς την έξοδο του parking. Περνώντας δίπλα στο κουφάρι του υποψήφιου εκτελεστή της, καθάρισε με επιμέλεια τις γόβες της πάνω στο μαύρο τζάκετ του… και βγήκε στο φως.

(Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νο 5 του περιοδικού  SELENE)

SELENE05TESTCOVER02

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s