Γυναίκες, φίλε μου!

της Αλεξάνδρας Χρονοπούλου

Τις βλέπεις. Κάθε μέρα πλημμυρίζουν τους δρόμους της πόλης με χρώματα και ήχους και μυρωδιές.
Βιαστικές, τρεχάτες, με τις άνετες μπαλαρίνες τους που κάνουν το βήμα χοροπηδηχτό. Υπέρκομψες ισορροπίστριες πάνω στις ψηλοτάκουνες γόβες τους. Αθλητικές με τα σπορτέξ τους και τις φόρμες, κουβαλάνε τσάντες από τη λαϊκή ή το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς
Σοβαρές, γελαστές, θλιμμένες, γοητευτικές, σαγηνευτικές, κάποιες φορές απεριποίητες με ξηλωμένους γύρους και φόδρες που κρέμονται, άλλες στην πένα, αρωματισμένες ή ιδρωμένες, χυμώδεις ή στεγνές. Πότε ξανθές, πότε μελαχρινές, πιο σπάνια κοκκινομάλλες, κι ακόμα πιο σπάνια με ολόκληρο ουράνιο τόξο στα μαλλιά τους. Με μάτια που λάμπουν από πληρότητα, αυτοπεποίθηση, σιγουριά ή θαμπώνουν από παραίτηση, μοναξιά, θλίψη, από ένα δάκρυ που δεν αφήνουν να κυλήσει ή ποταμούς δακρύων που αφήνουν να δημιουργούν εύφορα δέλτα να φωλιάζουν ερωδιοί κι αργυροπελεκάνοι.


Στα γραφεία, στις ουρές, στις υπηρεσίες, στα νοσοκομεία, στις  αίθουσες διδασκαλίας, στα μπαλκόνια, στα μαγαζιά, στους κήπους, στις αυλές, στα εργοστάσια, στα παγκάκια, στην κουζίνα, στο καφέ, στης φυλακής σου το επισκεπτήριο, στο μοναχικό κελί τους. Μ’ ένα τσιγάρο, ένα βιβλίο, ένα ποτό, ένα ξεσκονόπανο, έναν ή περισσότερους φακέλους, με εργαλεία, με πινέλα, με ασήκωτες σχολικές τσάντες, με τσαπιά, με τιμόνια, με ψώνια, με μολύβια, με μαχαίρια. Πάντα γεμάτα τα χέρια τους. Κι η αγκαλιά τους έτοιμη κι αυτή να σφίξει, να παρηγορήσει, να περιθάλψει, να εκστασιάσει ή να συντρίψει  αυτόν που θα τη γεμίσει.
Παντού γύρω σου, όπου στρέψεις τη ματιά σου, όπου ακουμπήσεις το κουρασμένο σου κορμί, όπου αφήσεις την ψυχή σου ν’ ανασάνει. Είναι εκεί να ομορφύνουν το τοπίο, να ξεδιψάσουν τη δίψα σου, να χορτάσουν την πείνα σου, να σου δοθούν και να σε στείλουν στα ουράνια, να σε κοιμίσουν γλυκά διώχνοντας κάθε όνειρο κακό, κεντώντας στη νύχτα σου φεγγάρια και αστέρια με λόγια, με φιλιά, με τρυφερά χάδια.


Μανάδες με τη γεύση του ψωμιού, γιαγιάδες πιο γλυκές κι από τα παραμύθια τους, αδερφές ολάνθιστα λουλούδια στην αυλή σου, θειάδες ζαχαρωτά και ξύλινα παιχνίδια, δασκάλες μάγισσες, νοσοκόμες με φτερά νεράιδας διπλωμένα, ερωμένες μελωμένες με βασιλικό πολτό στα χείλη, κόρες τρυφερές απόδειξη τρανή πόσο κι εσύ μπορείς να συνεισφέρεις στο περίπλοκο.


Ιέρειες του έρωτα, της ομορφιάς, της προσφοράς και της αγάπης, αλλά, μην ξεγελιέσαι, κι όλων των αντιθέτων. Μόνη κοινή συνισταμένη και σταθερά απόλυτη το Πάθος.
Τρυφερές και αδίστακτες, εύθραυστες και γρανιτένιες, αγίες και πουτάνες, γατούλες και ύαινες, θύτες και θύματα, τσακάλια και βλήματα – πολλές φορές όλα ταυτόχρονα. Το πρώτο σου σπίτι το σώμα τους (γι΄αυτό και σου ‘χει μείνει η νοσταλγία), η πρώτη σου τροφή το στήθος τους, η πρώτη σου παρηγοριά η αγκαλιά τους, το πρώτο σου φιλί, η πρώτη σου πληγή, όλα όσα σε έκαναν αυτό που είσαι.


Αγάπησέ τες και κοίτα πόσο εύκολα μπορούν εκείνες να κάνουν όλα τα υπόλοιπα (μα δέσε τη ζώνη σου, να μη ζητάς μετά και ρέστα, εκείνες συνήθως τη φοράνε ήδη).
Άνθρωποι σαν κι εσένα δηλαδή…
Γυναίκες…

(Δημοσιεύηκε στο 3ο τεύχος του SELENE)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s