Όλα τα μωρά στο γήπεδο

Ο γυναικείος αθλητισμός, παραγκωνισμένος σε μεγάλο βαθμό από τον αντρικό (εκτός και αν πρόκειται για “γυναικεία” αθλήματα όπως η ρυθμική γυμναστική και η συγχρονισμένη κολύμβηση) δείχνει καταδικασμένος να έρχεται πάντα δεύτερος και καταϊδρωμένος. Το αντρικό σώμα μοιάζει φτιαγμένο για τον αθλητικό θρίαμβο. Οι άντρες είναι πιο δυνατοί, πιο γρήγοροι πιο επιθετικοί. Τα αντρικά σπορ είναι πιο θεαματικά και ανταγωνιστικά. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τα κορίτσια να παίζουν με τα κορίτσια και ας θαυμάζουμε την (ακίνδυνη) ομορφιά και την χάρη τους.

Εν τω μεταξύ τα “κορίτσια”
ετοιμάζουν την δική τους
ιδρωμένη επανάσταση…

Ο μύθος της γυναικείας αδυναμίας δεν αμφισβητείται ούτε από τις φεμινίστριες. Παραδοσιακά η ισότητα είναι δικαίωμα κάθε ανθρώπου ανεξάρτητα από σωματικά χαρακτηριστικά. Σε αυτή τη βάση θα ακούσουμε συχνά την φράση “οι άντρες και οι γυναίκες είναι ίσοι αλλά όχι ίδιοι.” Όταν, όμως, βλέπουμε τις περισσότερες διαφορές ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες ως κοινωνικά κατασκευάσματα που έχουν στόχο να διατηρούν το υπάρχον σύστημα κυριαρχίας τότε συνειδητοποιούμε ότι οι διαφορές στη σωματική δύναμη και στη μυϊκή μάζα κατασκευάζονται κοινωνικά σε μεγάλο βαθμό καθώς το σώμα “συμπεριφέρεται γυναικεία” ή “συμπεριφέρεται αντρικά.” Δηλαδή, το να συμπεριφέρεται κανείς σαν άντρας ευνοεί το χτίσιμο μυϊκής μάζας και δύναμης ενώ το να συμπεριφέρεται σαν γυναίκα ευνοεί την αποδυνάμωση των μυών και προκαλεί σωματική αδυναμία.
Το ότι η σωματική διάπλαση των φύλων είναι σε μεγάλο βαθμό κοινωνικό κατασκεύασμα αποκαλύπτεται ξεκάθαρα όταν κοιτάξουμε τα σώματα ανθρώπων που για διάφορους λόγους η κοινωνική εμπειρία τους ήταν διαφορετική από την αναμενόμενη. Ένας τέτοιος λόγος είναι η δουλεία που υπερέχει από οποιαδήποτε έννοια θηλυκότητας ή αρρενωπότητας.

Σκλάβες στην Τζώρτζια των Η.Π.Α. γύρω στο 1900 ξεφλουδίζουν ρύζι. Η δουλεία είναι ίσως η μοναδική κατάσταση στην οποία υπάρχει ισότητα ανάμεσα στα φύλα και οι γυναίκες δεν αντιμετωπίζονται διακριτικά.

Η Σοτζέρνερ Τρουθ, μία γυναίκα αφρικανικής καταγωγής που απέδρασε από την δουλεία στην Αμερική του 19ου αιώνα, είναι μία από τις πιο γνωστές περιπτώσεις. Το 1851, σε μία ομιλία της για τα δικαιώματα των γυναικών στο Οχάιο με τίτλο “Εγώ Δεν Είμαι Γυναίκα;” επισήμανε την σωματική της ισότητα με τους άντρες, ένα χαρακτηριστικό που οφειλόταν στις δεκαετίες σκληρής και αδιάκριτης εργασίας που της είχε επιβληθεί λόγω της δουλείας. Ήταν η ζωντανή απόδειξη ότι το γυναικείο σώμα κάτω από συνθήκες σκληρής εργασίας μπορεί να γίνει μυώδες και δυνατό. Η Σοτζέρνερ Τρουθ έφερε στην επιφάνεια με αδιαμφισβήτητο τρόπο το γεγονός ότι το σώμα μας είναι και αυτό αποτέλεσμα της κοινωνικής μας προσαρμογής και ότι τα θηλυκά πρότυπα ομορφιάς που επικρατούσαν και θεωρούνταν ότι χαρακτήριζαν αδιάκριτα το γυναικείο φύλο αφορούσαν κυρίως λευκές γυναίκες ανώτερης τάξης που ανέπτυσσαν αδύναμα και ευπαθή σώματα λόγω της προστατευμένης ζωής και των φυσικών περιορισμών που επέβαλλε η κοινωνία στις δραστηριότητές τους.

Η Σοτζέρνερ Τρουθ

Στα πλαίσια αυτής της θεώρησης ο αθλητισμός παίζει κρίσιμο ρόλο στην αντρική και την γυναικεία “σωματική ταυτότητα”, δηλαδή στο πόσο δυνατό ή αδύναμο θεωρείται το αντρικό και το γυναικείο σώμα. Ο αθλητισμός επιτρέπει στις γυναίκες  να “βιώσουν το σώμα τους”, δηλαδή να αποκτήσουν τον έλεγχό του και να αισθανθούν ότι τους ανήκει πραγματικά.
Η βίωση του σώματος σημαίνει διαφορετικά πράγματα για τον άντρα και την γυναίκα. Για τον άντρα τα σπορ είναι μια μορφή μάχης, μία μορφή επιβολής σε κάποιον άλλον ή σε ένα αντικείμενο ή σε ένα στάνταρ, ένας τρόπος για να υποταχθεί ο αντίπαλος. Για την γυναίκα τα σπορ είναι η ευκαιρία να επανακτήσει την κυριαρχία στο σώμα της, να έχει μια σχέση με αυτό διαφορετική από εκείνη που της επιβάλλει η κοινωνία.  Αν και σήμερα οι γυναίκες συμμετέχουν εξίσου στον αθλητισμό (αν και όχι εξίσου σε όλα τα αθλήματα) η αθλητική ιδεολογία του σώματος που είναι “καλύτερο” από κάποιο άλλο, “δυνατότερο”, “ταχύτερο” ή “περισσότερο” ευνοεί την αντρική υπεροχή που στηρίζεται στο σώμα και υπονοεί ότι αυτή η υπεροχή είναι αναπόφευκτη και “φυσική” λόγω των διαφορών ανάμεσα στο αντρικό και το γυναικείο σώμα. Αυτή η θεώρηση, όμως, στηρίζεται στον μύθο ότι το γυναικείο σώμα είναι “από τη φύση του” αδύναμο ενώ το αντρικό “από τη φύση του” δυνατό.


Στην πραγματικότητα ο μέσος άντρας είναι μόλις 10% με 15% πιο μεγαλόσωμος από την μέση γυναίκα (Dowling, 2000) και γενικά υπάρχουν πολλές γυναίκες που είναι πιο μεγαλόσωμες και πιο δυνατές από πολλούς άντρες, όμως οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η δύναμη είναι αποκλειστικά αντρική αρετή γιατί αυτό τους λέει η κοινωνία. Η έννοια της “αρρενωπότητας” ταυτίζεται με τη δύναμη και τη σωματική ρώμη ενώ η έννοια της “θηλυκότητας” ταυτίζεται με τη σωματική αδυναμία και τη χάρη. Οι γυναίκες, προσπαθώντας να είναι θηλυκές, συχνά υποβάλλουν το σώμα τους σε δίαιτες για να μειώσουν τον όγκο του ενώ παραμελούν την άσκηση και την ενδυνάμωσή του γιατί το επιθυμητό από τη μόδα σώμα είναι όχι μόνο λεπτό αλλά και αδύναμο.

Το διάσημο μοντέλο Κέιτ Μος εκφράζει εξαιρετικά το σύγχρονο πρότυπο γυναικεία ομορφιάς όπου το σώμα οφείλει όχι μόνο να είναι εξαιρετικά λεπτό αλλά και αδύναμο. Η σταση του μοντέλου είναι χαρακτηριστικά «αφελής» και «παιδική», στοιχεία που ιδανικά χαρακτηρίζουν την γυναίκα σε αντίθεση με τον άντρα που οφείλει να είναι μυώδης, δυνατός, «σκληρός» και επικίνδυνος.

Σε μία έρευνα που έγινε σε γυναίκες που γυμνάζονταν κάνοντας βάρη έδειξε ότι το 75% από αυτές επέβαλλαν από μόνες τους στον εαυτό τους ένα είδος “γυάλινης οροφής” στις επιδόσεις τους ορίζοντας ένα μέγιστο επίπεδο δύναμης και μυϊκής μάζας που επέτρεπαν στον εαυτό τους να φτάσει. Πολλές από αυτές ισχυρίσθηκαν δύο τελείως αντιφατικά πράγματα. Από τη μία παραδέχτηκαν ότι “κάνουν πίσω” στην άσκηση από φόβο μήπως και γίνουν πολύ μυώδεις και από την άλλη είπαν ότι οι γυναίκες έχουν μικρότερη ικανότητα από τους άντρες να αναπτύσσουν μυϊκή μάζα. Την ίδια στιγμή οι άντρες, προσπαθώντας να είναι αρρενωποί, γυμνάζονται, σηκώνουν βάρη και γενικά τονίζουν και επιδεικνύουν την σωματική τους ρώμη. Αυτή η διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στο αντρικό και το γυναικείο σώμα τροφοδοτεί και επιβεβαιώνει τον μύθο της αντρικής δύναμης και της γυναικείας αδυναμίας.

Άντρας και γυναίκα αθλητές ποζάρουν με βάρη. Η γυναίκα όμως οφείλει να ποζάρει «γυναικεία» πετώντας τον πωπό προς τα πίσω ενώ φροντίζει επιμελώς να κρατά πάντα μικρότερο βάρος από τον σύντροφό της στην φωτογραφία. Ο άντρας, από την άλλη, απλώς στέκεται με το χέρι στη μέση και δείχνει «σκληρός».

Όμως αυτή η κοινωνικά επιβεβλημένη αδυναμία του γυναικείου σώματος μπορεί εύκολα να ανατραπεί. Ο αθλητισμός είναι μια ισχυρή ώθηση προς τα εμπρός για τις γυναίκες καθώς τους δίνει την δυνατότητα να ανακτήσουν τον έλεγχο του σώματός τους και της εικόνας του και να εξομαλύνουν τις διαφορές σωματικής ρώμης ανάμεσα στα φύλα πάνω στις οποίες στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό οι σεξιστικές διακρίσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που η παραδοσιακή (σεξιστική) κοινωνία προσπαθεί να ελέγξει και να υπονομεύσει την σωματική δύναμη των γυναικών και τις ικανότητές τους και ο τρόπος που το κάνει αυτό στα πλαίσια του αθλητισμού είναι με το να συνδέει την γυναικεία άθληση με το “σεξαπίλ”. Για παράδειγμα, σε αθλήματα όπως η ρυθμική γυμναστική, το καλλιτεχνικό πατινάζ ή ο χορός, βασικό στοιχείο για την απόκτηση πόντων και την κατάκτηση μεταλλίων και διακρίσεων είναι και η στολή των αθλητριών η οποία είναι σαφώς πιο αποκαλυπτική και πιο σεξουαλικοποιημένη από εκείνη των αντρών που μπορεί να συμμετέχουν στα ίδια αθλήματα.

Γιατί άραγε η γυναικεία στολή του μπιτς βόλεϊ είναι πιο αποκαλυπτική από την αντρική;

Επίσης, σε περίπτωση που έχουμε αθλήματα σε ζευγάρια (όπως το καλλιτεχνικό πατινάζ) τα γυναικεία “βήματα” είναι πάντα πιο “χορευτικά” από εκείνα του άντρα παρτενέρ τονίζοντας έτσι την χάρη της γυναίκας αθλήτριας ενώ αυτό δεν απαιτείται από τον άντρα αθλητή. Αυτή η τάση να εξασφαλίζουμε την αποδοχή του γυναικείου αθλητισμού κάνοντάς τον αισθητικά ευχάριστο στους άντρες ονομάζεται “απολογία της θηλυκότητας” (“the feminine apologetic”, Lawler 2002, Theberge 2000).

Λίγοι σκέφτονται ότι η φιγούρα της (χαμογελαστής και με άψογη κόμμωση και μακιγιάζ) αθλήτριας του καλλιτεχνικού πατινάζ απαιτεί ικανότητες και εξαιρετική σωματική δύναμη. Όλοι, όμως, σκέφτονται πόσο αποκαλυπτική είναι η στολή της.

Οι Amanda Roth και Susan Basow γράφουν σε σχετικό άρθρο τους: “Τι σχέση έχουν άραγε μια μικροσκοπική  φουστίτσα από όπου διακρίνονται τα πόδια μιας γυναίκας ή ενός κοριτσιού,  ένα γυαλιστερό σέξι ρούχο και ένα κατακόκκινο κραγιονάτο χαμόγελο με ένα τριπλό άξελ; Σίγουρα πάντως βοηθούν τους θεατές να ξεχάσουν την απίστευτη δύναμη που απαιτείται για να κάνει κανείς ένα τριπλό άξελ. Αντί να θαυμάζουν τα πόδια των αθλητριών για την δύναμη που έχουν και όσα μπορούν να κάνουν, οι άντρες θεατές έχουν μια πρώτης τάξης ευκαιρία να εκτιμήσουν αυτά τα πόδια σαν σεξουαλικά αντικείμενα. Την ίδια στιγμή οι γυναίκες που παρακολουθούν δεν παίρνουν το μήνυμα ότι το γυναικείο σώμα είναι ικανό για απίστευτη δύναμη αλλά ότι χρειάζεται να επιδεικνύουν συνεχώς, ακόμα και όταν αθλούνται, απίστευτη θηλυκότητα.”

Γιατί άραγε η στολή της γυναίκας αθλήτριας είναι αποκαλυπτική και σέξι ενώ η στολή του άντρα αθλητική είναι απολύτως σεμνή και σοβαρή;

Η χρήση της σεξουαλικότητας για να ενισχύσει την θηλυκότητα χρησιμοποιείται και σε αθλήματα που δεν είναι σέξι από μόνα τους αλλά “πωλούνται” μέσω του σεξ. Αθλήτριες, που κατά τα άλλα είναι καταξιωμένες και έχουν προσφέρει στην πατρίδα τους μετάλλια και διακρίσεις, εμφανίζονται σε φωτογραφίσεις και εξώφυλλα γυμνές, ημίγυμνες και σε σέξι πόζες έτσι ώστε να μην ξεχνάμε ότι πέρα και πάνω από κάθε διάκριση και ικανότητα είναι σεξουαλικοποιημένα θηλυκά. Οι κάμερες και οι φωτογραφικοί φακοί κατ΄ εξακολούθηση και συστηματικά δείχνουν προτίμηση σε πλάνα των γυναικών που αθλούνται που δείχνουν τα οπίσθιά τους, το στήθος τους, τα εσώρουχά τους και γενικά αναδεικνύουν το σώμα τους με σεξουαλικό τρόπο, κάτι που δεν θα τολμούσαν ποτέ να κάνουν αν ο αθλητής ήταν άντρας. Το μήνυμα που περνάει είναι ότι όταν κάποιος παρακολουθεί γυναικείο αθλητισμό δεν βλέπει αθλητές που τυχαίνει να είναι γυναίκες αλλά γυναίκες που τυχαίνει να είναι αθλητές. Και επειδή πάνω από όλα είναι γυναίκες, ό,τι κι αν κάνουν είναι σεξουαλικό, ακόμα και όταν παίζουν τα πιο σκληρά αθλήματα.

LUGAGE05
Φυσικά η στρατηγική του να τονίζουμε την σεξουαλικότητα των αθλητριών δεν είναι εφικτή ή επιτυχημένη σε όλες τις περιπτώσεις. Τότε η σεξιστική κοινωνία σταματά να αρνείται ότι η γυναικεία δύναμη υπάρχει, αλλά την ίδια στιγμή υπονοεί ότι η αθλήτρια που την διαθέτει δεν μπορεί εξαιτίας της να είναι πραγματική γυναίκα. Και πότε, σύμφωνα με τους άντρες, μία γυναίκα δεν είναι πραγματική γυναίκα; Μα φυσικά όταν δεν προτιμά σεξουαλικά τους άντρες. Η σωματική κυριαρχία που προσφέρουν τα σπορ γίνεται αντίθετη προς την έννοια της “θηλυκότητας”. Είναι το σώμα που οι γυναίκες ελέγχουν και χρησιμοποιούν όπως θέλουν και με το οποίο ταυτίζονται σε αντίθεση με το σώμα που το κοιτάνε οι άλλοι ή που το κοιτάνε οι γυναίκες για να το προετοιμάσουν για να το κοιτάξουν οι άλλοι.

Οι γυναίκες όταν ασχολούνται με τα σπορ καταλαβαίνουν ότι παραβίασαν κάποιους κανόνες όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να τις αποκαλούν κάπως. “Ανδρούτσοι”, “λεσβίες”, “γορίλες” είναι μερικά επίθετα που χρησιμοποιούνται συνήθως. Ο φόβος μήπως κατηγορηθούν για ομοφυλοφιλία είναι υπαρκτός και έντονος ανάμεσα στις επαγγελματίες αθλήτριες ανεξάρτητα από το ποιές είναι πραγματικά οι σεξουαλικές τους προτιμήσεις. Προκειμένου να μην προσθέσουν στα ήδη πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζουν όντας γυναίκες στον αθλητισμό (π.χ. σεξισμός, ελλιπής χρηματοδότηση, ελλιπές ενδιαφέρον., κ.λ.π.) προτιμούν και οι ίδιες να υπερτονίζουν την σεξουαλικότητά τους και δέχονται να ντυθούν προκλητικά, να δώσουν συνεντεύξεις όπου θα τονίσουν την μητρική τους πλευρά ή να φωτογραφηθούν ημίγυμνες.

Η Χόουπ Σόλο είναι μία απο τις κορυφαίες αθλήτριες ποδοσφαίρου στον πλανήτη που έχει κερδίσει πολλά χρυσά μετάλλια. Αυτό όμως δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει ότι είναι μία από τις «100 πιο καυτές αθλήτριες όλων των εποχών» όπως γράφει η φωτογραφία και ότι έχει ωραία οπίσθια. Τα μάτια της από την άλλη προφανώς δεν μας ενδιαφέρουν καθόλου.

Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις υπονοείται ότι η γυναίκα, όχι απλώς δεν είναι “κανονική” γυναίκα, αλλά είναι άντρας. Το 1990 η δεκάχρονη τότε ποδοσφαιρίστρια Νατάσα Ντένις έπαιξε τόσο καλά σε αγώνα νεανίδων που ο πατέρας μιας αθλήτριας από την αντίπαλη ομάδα άρχισε να φωνάζει “Μπράβο, αγόρι μου”. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να απαιτήσει να πάρουν την Ντένις στη τουαλέτα για να ελέγξουν το φύλο της. Αυτά τα “τερτίπια” δεν εξαντλούνται σε επίπεδο φιλικών αγώνων νεανίδων αλλά φτάνουν και σε επίπεδο Ολυμπιακών Αγώνων.

[……..]

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στο 3ο τεύχος του SELENE

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s