Alias a.k.a. Jessica Jones

του Χρήστου Μαγγλάρα

Η σειρά Jessica Jones αποτελεί την επερχόμενη δεύτερη συνεργασία της Marvel με το τηλεοπτικό δίκτυο Netflix ( η πρώτη ήταν το ιδιαίτερα επιτυχημένο Daredevil) και βασίζεται στο κόμικ Alias, το οποίο ξεκίνησε το 2000 και ολοκληρώθηκε ύστερα από 28 τεύχη, γνωρίζοντας μεγάλη εμπορική επιτυχία αλλά και αποσπώντας πολλά βραβεία.

Το κόμικ πραγματεύεται τις περιπέτειες της Jessica Jones, μιας πρώην υπερήρωϊδας, η οποία φαίνεται να έχει χάσει τις υπερδυνάμεις της και πλέον εργάζεται ως ιδιωτική ντετέκτιβ. Οι υποθέσεις που αναλαμβάνει δεν σχετίζονται με τη σωτηρία του κόσμου αλλά με καθημερινές καταστάσεις που λίγο πολύ όλοι μας
έχουμε στον έναν ή στον άλλο βαθμό αντιμετωπίσει. (πχ διαφθορά, εγκληματικότητα, ανάλγητο κράτος, οικογενειακά προβλήματα, απληστία κλπ.) Γενικότερα, ένα από τα χαρακτηριστικά που κάνουν
τη συγκεκριμένη σειρά να ξεχωρίζει είναι ότι οι σκηνές δράσεις είναι λίγες, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάλυση των κοινωνικών προβλημάτων αλλά και στην εξέλιξη των χαρακτήρων. Πάντως αν περιμένετε να βρείτε λύσεις για φλέγοντα θέματα θα απογοητευτείτε,
καθώς οι δημιουργοί του κόμικ ενδιαφέρονται περισσότερο να στο να θέσουν ερωτήματα και να προβληματίσουν τον αναγνώστη (και σε ορισμένες περιπτώσεις να τον προκαλέσουν) παρά να προσφέρουν απαντήσεις.

Ο ενήλικος τόνος της σειράς απηχεί και στις λέξεις που χρησιμοποιούν οι κεντρικοί χαρακτήρες. Ειδικά η Jessica Jones βρίζει χειρότερα και από ναύτη με σύνδρομο Tourette’s ύστερα από ήττα 3-0 από τη Bayern.

Η παραπάνω εικόνα είναι ιδιαίτερα ήπια σε σχέση με αυτά που εκσφενδονίζονται από το έκος των οδόντων της. Οποιοσδήποτε άλλος συγγραφέας θα χρησιμοποιούσε το χαρακτηριστικό αυτό για λόγους εντυπωσιασμού, μετατρέποντας την ηρωίδα του σε μια καρικατούρα. Όχι όμως και ο Brian Michael Bendis. Για εκείνον η βωμολοχία της κεντρικής ηρωίδας του χρησιμοποιείται ως μάσκα για να κρύψει μια βασανισμένη ψυχή. Έναν έκπτωτο άγγελο, αναγκασμένο να αντιμετωπίσει την καθημερινότητα με όλη της την ασχήμια και να ανακαλύψει τι είναι αυτό που την κάνει πραγματικά να ξεχωρίζει. H Jessica Jones είναι ένας βαθύτατα ανθρώπινος χαρακτήρας. Ταυτόχρονα τρομακτική, ευχάριστη, ενδιαφέρουσα και γεμάτη πόνο που μετά βίας κρύβεται πίσω από σκληρό παρουσιαστικό της.

Αργά και μεθοδικά ο Bendis αποκαλύπτει τον συναισθηματικό πυρήνα της Jessica Jones και το τραύμα που την καθόρισε, υποβάλλοντάς την σε διαρκείς δοκιμασίες τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Αρχικά οι υποθέσεις που αναλαμβάνει μοιάζουν τυχαίες. Ενδιαφέροντα σενάρια που διαδραματίζονται στο περιθώριο του σύμπαντος της Marvel. Όσο προχωρά η υπόθεση και η πλοκή περιπλέκεται, γίνεται φανερό ότι κάθε νέα υπόθεση αποκαλύπτει κάτι νέο για την Jessica. Ο αναγνώστης καλείται κάθε φορά να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα για το ποιές πτυχές της προσωπικότητας της πρωταγωνίστριας αποκαλύπτονται κάθε φορά.

Η ελπίδα σπανίζει σε αυτή τη σειρά. Πολύ λίγες υποθέσεις έχουν
happy ending. Κάθε νίκη είναι πύρρειος. Κάθε “θρίαμβος” συνοδεύεται από τόσο μεγάλες παράπλευρες απώλειες που κάθε άλλο παρά νίκη είναι. Κάθε στιγμή η Jones κινδυνεύει να συντριβεί κάτω από το βάρος της ζοφερής πραγματικότητας αλλά και από
τα λάθη του παρελθόντος. Η μάχη της είναι συνεχής καθώς προσπαθεί απεγνωσμένα να ισορροπήσει τις συνεχείς ήττες έστω και με την ελπίδα μιας νίκης. Στην τελική η ηρωίδα καταφέρνει να συσσωρεύσει αρκετές επιτυχίες και να κάνει την πλάστιγγα να γύρει.
Πίσω από την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά της κρύβεται κάτι
πραγματικά αγνό. Στο τέλος η αληθινή καρδιά της αποκαλύπτεται
στον αναγνώστη και παρά το συσσωρευμένο μίσος για τον εαυτό
της καταφέρνει να ανακάμψει. Και αυτός είναι ο πυρήνας της
ιστορίας του Alias: η ανάκαμψη. Το να παίρνει κανείς τον πόνο
που δίνεται απλόχερα και να τον μετατρέπει σε γόνιμο έδαφος για
κάτι καλύτερο. Η Jessica Jones είναι ένας από τους πιο ρεαλιστικούς και συναρπαστικούς χαρακτήρες και η εξέλιξή της από μοναχικό ερείπιο σε ολοκληρωμένη προσωπικότητα είναι η πιο συναρπαστική που έχω διαβάσει.

Μου θυμίζει το ποίημα Invictus του William Ernest Henley:

Out of the night that covers me,
Black as the pit from pole to pole,
I thank whatever gods may be
For my unconquerable soul.
In the fell clutch of circumstance
I have not winced nor cried aloud
Under the bludgeonings of chance
My head is bloody, but unbowed.
Beyond this place of wrath and tears
Looms but the Horror of the shade,
And yet the menace of the years
Finds, and shall find, me unafraid.
It matters not how strait the gate,
How charged with punishments the scroll,
I am the master of my fate:
I am the captain of my soul.

(Δημοσιεύθηκε στο τεύχος νο 2 του SELENE που κυκλοφορεί)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s