Τα βαφτίσια

της Αλεξάνδρας Χρονοπούλου

Κυριακή πρωί και όλοι μαζεύτηκαν στον Άγιο Νικόλαο για τα βαφτίσια. Ακριβά φορέματα φουρφουρίζουν αυτάρεσκα. Καλοραμμένα, αυστηρά κοστούμια, σταυροκουμπωτά να ζευγαρώνουν με μουσελίνες και ταφτάδες. Γόβες ψηλοτάκουνες σε όλα τα χρώματα να αναδεικνύουν υπέρκομψες γάμπες ή σπασμένα αγγεία και φλεβίτιδα. Σκαρπίνια ανδρικά, δετά ή παντοφλέ, εύκολα στην ισορροπία ενός εδάφους ξεπεσμένης ευμάρειας, μη  αποκαλυπτικά του φροντισμένου πεντικιούρ, σε αντίθεση με τα γυναικεία πέδιλα.

Οι κομμώτριες έχουν δώσει τα ρέστα τους με περίτεχνους κότσους και στυλιζαρισμένες, παράταιρες μπούκλες. Μακιγιάζ που θα ζήλευαν τηλεπερσόνες γ΄ διαλογής και κραγιόν κραυγαλέο. Να μείνει και κάτι με τόσα φιλήματα. Οι ανθοπώλες έχουν στήσει τις κιτς ανθοστήλες τους και πολύχρωμες γάζες κρέμονται από κάθε λογής φανάρια και φαναράκια. Η κουμπαρομπεμπέκα έχει στήσει τα προικιά της σε κοφτό τραπεζομάντιλο. Πριγκιπικά βαφτιστικά και σταυρός πατριαρχικός να τρέμει το Μπάκιγχαμ σύγκορμο με όλους τους δούκες και τις δούκισσές του αντάμα.

Ο φωτογράφος ετοιμοπόλεμος, άλλος με το φακό κι άλλος με την κάμερα σαν οπλοπολυβόλο, στρατηγός που οργανώνει τα στρατεύματά του πριν τη μάχη κι όλοι εκτελούν τις εντολές του
και του βαράνε προσοχές.

-Η μαμά του μωρού να χαμογελάσει, διατάζει ο
στρατηγός.

Και η μαμά πειθήνια: «Πόσο πλατιά;»

-Ο μπαμπάς να σταθεί δίπλα στη μαμά, κι ο παππούς ν’
αλλάξει ύφος.

Και πώς ν’ αλλάξει ύφος ο καψερός που τον στενεύει το παπούτσι κι έχει και τους φίλους του που τον δουλεύουν από χτες γιατί στοιχηματίζουν ότι η καρακάξα η νύφη του δε θα το δώσει τ’ όνομά του στον έγγονα. Τον πρώτο. Του γιου του το γιο. Και σκέφτεται με τι μούτρα θα πάει αύριο στο καφενείο και πώς θ’ αντέξει το δούλεμα.
Και κορδώνεται η καρακάξα με την τουαλέτα που τη χρυσοπλήρωσε ο μαλάκας ο γιος του. Και τον έχει πεθάνει το γαμοπάπουτσο που κατάρα τη στιγμή που το φόρεσε αντί για τα αγαπημένα, καθημερινά του μοκασίνια. Και ο μπέμπης να χαζογελάει, πηγαίνοντας από αγκαλιά σε αγκαλιά και να του κάνει ναζάκια. Και ξέρει ότι, όσο και να τον αγαπάει, θα του κακοφανεί να μην ακούσει να του δίνουν το δικό του το όνομα. Και ο μπέμπης χαμογελάει και τρέχουν τα σαλάκια
του και πιπιλίζει τα δάχτυλά του ή παίζει μπαμπαλίζοντας τη γλώσσα του και τον κοροϊδεύει. Και δεν περνά ο χρόνος. Ο παπάς θέλει όλα να τα πει. Η μαμά κορδώνεται. Ο μπαμπάς ιδρώνει. Ο φωτογράφος διατάζει. Η κουμπαρομπεμπέκα όλο κάτι συγυρίζει και επιδεικνύει. Και οι καλεσμένοι ποζάρουν δήθεν αδιάφορα. Κι ο παππούς περιμένει και δεν τον βαστούν πια τα πονεμένα του πόδια.

Μια στιγμή μια λαμέ καρακαλτάκα τον πλησιάζει, τον φιλάει σταυρωτά και του εύχεται: «Να μας ζήσει το όνομα!»

-Ποιο όνομα; Πότε το είπε γαμώ το στανιό μου; Ψάχνεται ο παππούς.
Ευτυχώς η γιαγιά δίπλα του, του κάνει ένα καθησυχαστικό νεύμα και του σφίγγει με δύναμη το μπράτσο όλο νόημα και η καρδιά του γυρίζει στη θέση της, αφήνοντας χώρο στα παπούτσια του ν’ απλωθούν τα πόδια.

-Άντε μωρή καρακάξα. Μ’ έσκασες, σκέφτεται και ρίχνει μια δολοφονική ματιά στη νύφη του που ανασηκώνει τη μύτη της αλαζονικά και τινάζει με υφάκι το μπουκλωτό μαλλί.

VAFTISIA02

Τώρα μπορεί να χαλαρώσει, να φάει τα κουφετάκια του και το λιωμένο γλυκό και να σκέφτεται τη στιγμή που αύριο θα μπει περήφανος στο καφενείο και θα κερνάει τα γεροντορεμάλια τους φίλους του. Ποζάρει ευχαριστημένος κι ο φωτογράφος δεν χάνει
την ευκαιρία και απαθανατίζει τη στιγμή για να στρέψει αμέσως το φακό στον λαδωμένο εγγονό του που ετοιμάζεται για τη βουτιά στην
κολυμπήθρα.

Την ίδια ώρα στα ανοιχτά του Αιγαίου ένα σαπιοκάικο, δουλεμπορικό, πετάει στα νερά ένα άλλο αγοράκι. Η μάνα του παλεύει με τα κύματα το ίδιο κι ο πατέρας του. Δεν ξέρουν από θάλασσα. Ό,τι είχαν και δεν είχαν τα ακούμπησαν όλα για να τους στοιβάξουν σ’ αυτό το αμπάρι. Τα ρούχα τους βρομάνε κάτουρα και ακαθαρσίες και τώρα βαραίνουν από τα νερά του Αιγαίου. Δεν μουτρώνουν, δεν χαμογελούν. Μόνο παλεύουν. Παλεύουν να πιάσουν το μικρό αγορίστικο κορμάκι να μην το ρουφήξει η αλμυρή
κολυμπήθρα και το βαφτίσει σύμβολο της προσφυγιάς, της μοίρας, του θανάτου. Παλεύουν σ’ έναν άνισο αγώνα, καταδικασμένοι να ηττηθούν. Κι όμως δεν σταματούν. Κι οΆγιος Νικόλαος δεν τρέχει. Γιατί δεν τρέχεις άγιε μου; Επειδή δεν ξέρουν τα’ όνομά σου; Δεν τους βλέπεις; Παλεύουν. Παλεύουν. Δεν σταματούν. Ο αόρατος σκηνοθέτης τους θέλει να παλεύουν. Και δεν αφήνει τον Αι Νικόλα να πλησιάσει. Και κάθεται ο κακόμοιρος ο άγιος και κλαίει αγκαλιάζοντας το κουπί του. Γιατί ο μικρός δεν φοράει σταυρό, κι όμως του έλαχε να σηκώσει τον βαρύτερο, τον ασήκωτο σταυρό της απανθρωπιάς μας. Και διατάζει τη μάνα του. «Πάλεψε». «Πάλεψε να το σώσεις». Και αυτή δεν μπορεί. Και τα μαλλιά της βρεγμένα και τα μάτια της βγαλμένα απ’ την αγωνία, να τα σηκώνει στον ουρανό. Και τα χέρια που ’ταν πλασμένα ν’ αγκαλιάζουν δεν έχουν τίποτα πια έξω από θαλασσινό νερό. Κι ο πατέρας να ψάχνει στα σύννεφα μην έρθει ουρανοκατέβατο σωσίβιο. Κι ο παππούς στη μακρινή πατρίδα θα ’δινε και τ’ όνομα και την καρδιά του την ίδια θα ξερίζωνε για να κρατήσει στη στεγνή αγκαλιά του το αγοράκι.

 

Το σκηνικό δεν έχει ανθοστήλες και πολύχρωμες γάζες και φαναράκια, έχει μόνο μαύρο, θαλασσινό νερό και θάνατο ανώνυμο. Και ύστερα ο φωτογράφος θα πλησιάσει με το φακό του να ζουμάρει στο μικρό, αγορίστικο, νεκρό πια, σώμα, να το βαφτίσει σύμβολο της υποκρισίας, της σκληρότητας και της αδιαφορίας και να το πνίγει ξανά και ξανά σε όλα τα δελτία ειδήσεων. Να βουρκώνουν οι μάνες από φριχτή αγαλλίαση που δεν είναι το δικό τους σπλάχνο. Να αναστενάζουν με ανακούφιση οι πατεράδες που δε χρειάστηκε να παλέψουν με κύματα και να χάσουν τον δικό τους γιο. Να δακρύζουν οι παππούδες κι οι γιαγιάδες που ακουμπάν τη σύνταξη και  πιστεύουν ότι έτσι σώζουν τα δικά τους εγγόνια. Και έρχεται ο φωτογράφος να ξεγυμνώσει την αλήθεια μας. Τη φριχτή μας αλήθεια που όσο και να τη φτιασιδώνουμε και να τη στολίζουμε και να την αρωματίζουμε βρομά και ζέχνει γιατί είμαστε όλοι εκεί και ποζάρουμε αδιάφορα στο φακό, χαμογελώντας αυτάρεσκα, σαν καλεσμένοι σε βαφτίσια.

(Δημοσιεύθηκε στο τεύχος νο 2 του SELENE που κυκλοφορεί)

bottle

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s