Όπλα, σφαίρες και κραγιόν

ΟΙ ΑΜΑΖΟΝΕΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ (ΤΗΝ ΜΑΣΚΑΡΑ)

Αυτή είναι η εκπληκτική ιστορία των “Αμαζόνων Χουκ”, των γυναικών που πολέμησαν για την απελευθέρωση της πατρίδας τους χωρίς να ξεχάσουν τις συνήθειές τους όπως η Διοικητής Λιγουέϊγουεϊ που, ενώ διοικούσε τους στρατιώτες της, δεν έμεινε ούτε μία μέρα χωρίς κραγιόν.

8 Δεκεμβρίου 1941.
Τα αυτοκρατορικά ιαπωνικά βομβαρδιστικά επιτίθενται αιφνιδιαστικά στις Φιλιππίνες. Λίγες ώρες πιο πριν είχαν επιτεθεί στο γειτονικό Περλ Χάρμπορ παραλύοντας το ανυποψίαστο αμερικανικό ναυτικό. Οι Φιλιππίνες μπαίνουν επίσημα και αμετάκλητα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Φεβρουάριος  1942

plate22
Νεαρή φιλιππινέζα χωρική με παραδοσιακή φορεσιά.

Η Φελίπα Κουλάλα και άλλοι χωρικοί μαζεύουν ρύζι στα χωράφια τους στο χωριό Μαντίλι. Η σοδειά είναι καλή και φέτος οι γαιοκτήμονες, που τα προηγούμενα χρόνια απομυζούσαν τον πλούτο της περιοχής, έχουν εξαφανιστεί. Με την ιαπωνική κατοχή ξεκίνησαν σταδιακά να μαζεύουν τα υπάρχοντά τους και την κινητή τους περιουσία και να φεύγουν στο εξωτερικό. Τώρα οι χωρικοί είχαν de facto αποκτήσει τον έλεγχο των περισσότερων κτημάτων.

Ξαφνικά καταφτάνουν ένοπλοι αστυνομικοί. Η ατμόσφαιρα χαλαρής ευθυμίας μετατρέπεται σε βαθιά ανησυχία καθώς οι νεοφερμένοι δεν δείχνουν να έχουν καλές διαθέσεις. Μετά την εισβολή η επίσημη αστυνομία συνεργάζεται με τους Ιάπωνες και «χτενίζει» τις αγροτικές περιοχές για πιθανές αντιστασιακές κινήσεις. Οι αστυνομικοί βγάζουν τα όπλα τους και συλλαμβάνουν 8 άντρες.

Το χωριό είναι ανάστατο. Κανείς δεν είναι πια ασφαλής. Οι φριχτές επιπτώσεις της ιαπωνικής κατοχής αρχίζουν να γίνονται εμφανείς. Μπορεί οι τυραννικοί γαιοκτήμονες να ξεκουμπίστηκαν αλλά στην θέση τους ήρθε ένας άλλος δυνάστης, χειρότερος, σκληρότερος και ξένος.

Η Φελίπα Κουλάλα αρνείται να δεχτεί παθητικά την κατάσταση. Με το όραμα των γυναικών ηγετών που διοικούσαν το ισλαμικό χαλιφάτο των Σούλου τον 19ο αιώνα στο μυαλό της, παίρνει το όνομα Νταγιάνγκ-Νταγιάνκ, δηλαδή Πρώτη Πριγκίπισσα, και ξεκινά να οργανώνει το πρώτο αντιστασιακό κίνημα των Φιλιππίνων. Μαζεύει 35 άντρες, τους εξοπλίζει με τα όπλα που είχαν εγκαταλείψει οι γαιοκτήμονες φεύγοντας, καταλαμβάνει το δημαρχείο στην Κανμπάντα όπου κρατούνται οι συμπατριώτες της και τους απελευθερώνει. Η οργή των Ιαπώνων είναι τρομερή. Στέλνουν στρατό μαζί με αστυνομικούς για να καταστρέψουν το ανυπότακτο χωριό αλλά η Φελίππα Κουλάλα τους περιμένει. Στην μάχη που ακολουθεί σκοτώνονται 30 – 40 Ιάπωνες στρατιώτες και 68 Φιλιππινέζοι αστυνομικοί. Η επίθεση αναχαιτίζεται και ο θρύλος της «Πριγκίπισσας» Κουλάλα γεννιέται αλλά μαζί του γεννιέται και η εποχή των περίφημων «Αμαζόνων Χουκ» μιας ομάδας εξαιρετικών γυναικών που  βρίσκει την κορύφωση του στην Διοικητή Λιγουέϊγουεϊ  («Αυγή») που αναπάντεχα ξεκίνησε σαν πλουσιοκόριτσο και «κοσμική» της εποχής.

Νεαρή ευκατάστατη "mestiza", δηλαδή μιγάδα ισπανικής καταγωγής.
Νεαρή ευκατάστατη «mestiza», δηλαδή μιγάδα ισπανικής καταγωγής.

Η Ρεμέδιος Γκόμεζ είναι μία ευκατάστατη κοπέλα 22 χρόνων που ασχολείται με όλα όσα υποτίθεται ότι ασχολούνται τα κορίτσια «καλών» οικογενειών. Της αρέσουν τα ωραία ρούχα, τα αρώματα, οι κοσμικές εμφανίσεις και οι χοροί. Είναι τόσο μοδάτη και κομψή που συμμετέχει πάντα στα τοπικά καλλιστεία και συχνά κερδίζει την πρώτη θέση. Ο πατέρας της είναι γνωστός πολιτικός που έχει ανοιχτά εκφράσει την συμπάθειά του για τους αγώνες των χωρικών και στο παρελθόν έχει εκλεγεί δήμαρχος με τις ψήφους των χαμηλότερων λαϊκών στρωμάτων. Τώρα η Ρεμέδιος Γκόμεζ θαυμάζει στον καθρέφτη το καινούριο της φόρεμα που ήρθε κατευθείαν από την Ευρώπη. Με αυτό σίγουρα θα είναι η πιο κομψή στη γιορτή που ετοιμάζει ο πατέρας της.

Τις ευχάριστες σκέψεις διακόπτουν φωνές και πυροβολισμοί που ακούγονται από την αυλή. Η Ρεμέδιος Γκόμεζ τρέχει γρήγορα στο παράθυρο. Προλαβαίνει μόνο να δει μερικούς άντρες ντυμένους στο χακί να συλλαμβάνουν τον πατέρα της και να τον παίρνουν μακριά με το αυτοκίνητο. Όταν θα τον ξαναδεί λίγες μέρες αργότερα θα είναι νεκρός. Το βαριά κακοποιημένο από τους Ιάπωνες σώμα του θα αφεθεί στην κεντρική πλατεία σε κοινή θέα για παραδειγματισμό. Τώρα η οικογένειά του, και όχι μόνο, βρίσκεται σε κίνδυνο. Η Γκόμεζ κλαίει εκείνο το βράδυ αλλά το επόμενο πρωί μαζεύει τα πράγματά της και πηγαίνει να καταταχθεί στον στρατό των ανταρτών (που έχει πια επίσημα ονομαστεί Χουκ) αφήνοντας πίσω της το σπίτι της, την περιουσία της αλλά και το ανέμελο κορίτσι που ήταν μέχρι χθες.

REMEDIOS-Gomez-Paraiso-commander-Liwayway
Η Ρεμέδιος Γκόμεζ σε νεαρή ηλικία.

Στον καταυλισμό των Χουκ στα βουνά, η Γκόμεζ εκπαιδεύεται στρατιωτικά και είναι τόσο καλή που μερικούς μήνες μετά τις ανατίθεται η διοίκηση μιας ολόκληρης μονάδας ανταρτών. Η Ρεμέδιος Γκόμεζ βαφτίζεται Διοικητής Λιγουέϊγουεϊ και ορκίζεται να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα της. Οργανώνει μια σειρά από επιθέσεις στους Ιάπωνες και τους Φιλιππινέζους συνεργάτες τους εξασφαλίζοντας στους αντάρτες πολεμοφόδια και όπλα αλλά και στην ίδια τη φήμη του εξαιρετικού και ατρόμητου διοικητή. Οι χωρικοί στην περιοχή αρχίζουν να μιλάνε για την πανέμορφη πολεμίστρια που αντιστέκεται ηρωικά. Χαρακτηριστικό της, το κατακόκκινο κραγιόν που δεν ξεχνά να φορέσει ποτέ.

«Οι στρατιώτες ξαφνιάστηκαν την πρώτη φορά που είδαν την Διοικητή τους τόσο καλά ντυμένη» λέει το βιβλίο «Κουμάντερ Λιγουέϊγουεϊ» που περιγράφει τη ζωή της. «Ήταν λες και ετοιμαζόταν να πάει σε χορό. Αλλά ήξεραν πια από όσα είχαν γίνει μέχρι τότε ότι ήταν ένας ατρόμητος και γενναίος ηγέτης που δεν φοβόταν να πεθάνει. Η εμφάνισή της ανέβασε το ηθικό των αντρών και τους ενέπνευσε να πολεμήσουν πιο σκληρά.»

«Ήθελα να τους δείξω ότι όλα πάνε καλά. Εμφανιζόμουν πάντα καλά χτενισμένη και μακιγιαρισμένη για να δούνε ότι όλα ήταν υπό έλεγχο» εξήγησε κάποια στιγμή η ίδια. «Επίσης, ήταν σημαντικό και για μένα. Ένας από τους λόγους που πολεμούσα με τους Χουκ ήταν για το δικαίωμά μου να είμαι ο εαυτός μου.»

asian02Η Λιγουέϊγουέϊ, η Νταγιάνγκ και άλλες γυναίκες που αποφάσισαν να μπουν στο αντάρτικο άρχισαν να εμπνέουν τα νεαρά κορίτσια των χωρικών να κάνουν το ίδιο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι χωρικές γυναίκες αναγνωρίζονταν ως η κεντρική κινητήριος δύναμη της αγροτικής και οικιακής οικονομίας και συνήθως θεωρούνταν ως οι «συντηρητικοί προστάτες του στάτους κβο» καθώς συνήθως δεν ήταν μορφωμένες, δεν εργάζονταν και δεν συμμετείχαν στον πολιτικό βίο. Οι νεαρές κοπέλες, όμως, που κατατάσσονταν στον στρατό των Χουκ άρχισαν να αψηφούν τις παραδοσιακές ιδέες για τον ρόλο των γυναικών. Και κάπως έτσι ξεκίνησε να διαδίδεται ο μύθος των Αμαζόνων Χουκ.

Τα μέσα της εποχή λάτρεψαν αυτήν την ιδανική εικόνα της «ατρόμητης πολεμίστριας» που πολεμά ισάξια στο πλευρό των αντρών. Ας μην ξεχνάμε ότι η δεκαετία του 40 ήταν μια εποχή που η εικόνα των γυναικών τόσο στις Φιλιππίνες όσο και στην Δύση περνούσε μια μεταβατική περίοδο. Από τη μία ήταν η «μοντέρνα, μορφωμένη και δυναμική γυναίκα του σήμερα» που πρόβαλλαν τα δυτικά πρότυπα και από την άλλη η παραδοσιακή «σεμνή, ευγενική και καταδεκτική» γυναίκα της ασιατικής κουλτούρας. Τα εγχώρια και διεθνή μέσα άδραξαν την ευκαιρία να καλλιεργήσουν τον μύθο της «Αμαζόνας Χουκ» που θεωρούσαν ότι συνδύαζε ιδανικά και τα δύο. Χαρακτηριστικό είναι το εξώφυλλο του Philippines Free Press όπου ποζάρει η διάσημη ηθοποιός της εποχής Κάρμεν Ροζάλες ντυμένη σαν αντάρτισσα, προωθώντας τη νέα της ταινία με τίτλο «Γκεριλιέρα», δηλαδή «πολεμίστρια». Το εξώφυλλο αυτό ίσως να εκπροσωπεί καλύτερα από κάθε τι άλλο την τυπική εικόνα της αντάρτισσας Χουκ στη λαϊκή φαντασία.

Η ηθοποιός Κάρμεν Ροζάλες ποζάρει σαν "γκεριλιέρα", δηλαδή πολεμίστρια.
Η ηθοποιός Κάρμεν Ροζάλες ποζάρει σαν «γκεριλιέρα», δηλαδή πολεμίστρια.

Τελικά το 1945 οι Ιάπωνες ηττημένοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις Φιλιππίνες και θεωρητικά ο σκοπός των ανταρτών είχε επιτευχθεί. Όμως τώρα τον ξένο εχθρό τον αντικατέστησε ο ντόπιος γιατί οι χωρικοί των Φιλιππίνων κάθε άλλο παρά ρόδινες συνθήκες βρήκαν μετά τον πόλεμο. Η αγροτική τάξη είχε υποφέρει πολύ και πριν τους Ιάπωνες. Οι Φιλιππίνες ήταν αποικία των Ισπανών που μετατράπηκε σε αποικία των Αμερικάνων και μετά κατακτήθηκε από τους Ιάπωνες. Μετά τον πόλεμο, το εγχώριο καθεστώς των πολιτικών και των πλουσίων που είχαν συνεργαστεί με τους Ιάπωνες δεν έφυγε αλλά κατέλαβε την εξουσία και δημιούργησε ένα νέο καταπιεστικό καθεστώς που έδωσε νέο αντικείμενο στους αντάρτες. Οι Χουκ σταμάτησαν να πολεμούν τους Ιάπωνες και ξεκίνησαν να πολεμούν την άρχουσα τάξη η οποία άρχισε να τους αποκαλεί από «ήρωες πολέμου» σε «κομμουνιστές». Το αντάρτικο ανακηρύχτηκε παράνομο και οι Χουκ άρχισαν να διώκονται από τις αρχές.

Νεαρές ευκατάστατες φιλιππινέζες του '40.
Νεαρές ευκατάστατες φιλιππινέζες του ’40.

Οι «Αμαζόνες Χουκ» τώρα πια έπρεπε κάπως να τεθούν υπό έλεγχο. Το πρότυπό τους ήταν βλαπτικό τόσο για το πολιτικό σύστημα όσο και για το πατριαρχικό. Όπως και στην Αμερική και σε άλλες δυτικές χώρες, οι μεταπολεμικές Φιλιππίνες ενστερνίστηκαν μια «αρρενωπή» ιδεολογία αναδόμησης της χώρας. Το κράτος περιθωριοποίησε τον πολιτικό ρόλο των γυναικών ενώ έδωσε έμφαση στον ρόλο τους σαν μητέρες, αδελφές και κόρες που «θεραπεύουν τις πληγές του πολέμου και υποστηρίζουν τους άντρες του έθνους στον αγώνα τους για την ανοικοδόμηση.» Αυτή η επιστροφή στον «κατ’οίκον περιορισμό» των γυναικών εκφράζεται καλύτερα από τα λόγια της Πρώτης Κυρίας Τρινιδάδ Ρόχας που είπε σε λόγο της ότι «το κύριο και πιο σημαντικό καθήκον των γυναικών στις Φιλιππίνες είναι το σωστό μεγάλωμα των παιδιών, η εξασφάλιση της υγείας τους, της εκπαίδευσής τους και της ηθικής τους». Τα εθνικά μέσα δεν ήθελαν την εικόνα των ανεξάρτητων και δυναμικών «Αμαζόνων» και άρχισαν να επικεντρώνονται (συνήθως αρνητικά) σε τρεις διαστάσεις των γυναικών αυτών: τις στρατιωτικές τους ικανότητες, την σεξουαλικότητά τους και την μητρική τους ικανότητα.

Τα δημοσιεύματα των εφημερίδων περιορίζονταν αποκλειστικά στις γυναίκες των Χουκ που συλλαμβάνονταν ή σκοτώνονταν. Οι άντρες αντάρτες περνούσαν συνήθως «στα ψιλά». Ο τρόπος που αυτές οι γυναίκες παρουσιάζονταν ήταν δραματικά ακραίος. Από τη μία ήταν οι «υπερθηλυκές», «αθώες» και «αδύναμες» γυναίκες που ήταν τα θύματα που εκμεταλλεύονταν οι κακοί κομμουνιστές και από την άλλη οι «σκληρές», «αρρενωπές» πολεμίστριες που οι σεξουαλικές τους προτιμήσεις θέτονταν υπό αμφισβήτηση. Οι γυναίκες ντυμένες με στρατιωτικά ρούχα και με πλήρη στρατιωτικό οπλισμό θεωρούνταν «αφύσικες» και «παράξενες» και περιγράφονταν με τέτοιο τρόπο που να υπονοεί ότι ήταν λεσβίες.

«Ήταν μια τεράστια γυναίκα με αρρενωπή εμφάνιση» έγραφαν οι εφημερίδες για την Νταγιάνγκ, ίσως την «υπέρτατη Αμαζόνα» των Χουκ. «Οι άντρες την φοβούνταν ενώ εκείνη σαν «αληθινός άντρας» δεν φοβόταν τίποτα.» Παρόμοιες περιγραφές έδιναν και για την Γκερέρο, μια άλλη «αμαζόνα» που είχε η ίδια ομολογήσει ότι της άρεσαν από πάντα τα σπορ και προτιμούσε από μικρή να παίζει με τα αγόρια.

Οι άμεσες συνέπειες αυτής της υποτιμητικής «αρρενωποίησης» ορισμένων «Αμαζόνων» ήταν να θεωρείται δικαιολογημένη οποιαδήποτε συνέπεια ή σκληρότητα εναντίον τους. Αφού μία γυναίκα αποφάσισε να εγκαταλείψει τον παραδοσιακό ρόλο του αδύναμου θηλυκού και να ενστερνιστεί έναν αντρικό ρόλο τότε ας της φερθούμε όπως θα φερόμασταν σε έναν άντρα. Η Νταγιάνγκ έγινε η μοναδική γυναίκα που εκλέχθηκε στην Στρατιωτική Επιτροπή των Χουκ και η μοναδική γυναίκα που έλαβε βαθμό στον στρατό των Φιλιππίνων αλλά κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για αυτό. Αντίθετα, κυκλοφόρησαν οι φήμες ότι ήταν αλαζονική και τυραννική και ότι διέταζε τους άντρες της να την αποκαλούν «Χενεράλα», δηλαδή «Στρατηγίνα». Τελικά συνελήφθηκε με τις κατηγορίες της πλιατσικολόγησης και της κατάχρησης εξουσίας, αφοπλίστηκε και πέρασε από στρατοδικείο. Και ενώ οι άλλες γυναίκες που συλλαμβάνονταν αρκούσε να δηλώσουν «μετανιωμένες» και «εξαναγκασμένες από τους ανήθικους κομμουνιστές» για να αφεθούν ελεύθερες έτσι ώστε να αποτελέσουν σύμβολα αντικομουνιστικής προπαγάνδας, η Νταγιάνγκ, η πιο ατρόμητη αντάρτισσα και επαναστάτρια, καταδικάστηκε σε θάνατο από το εκτελεστικό απόσπασμα.

asian01Οι περισσότερες γυναίκες, βλέποντας την σκληρή μοίρα των γυναικών που απομακρύνονταν από τα «θηλυκά» πρότυπα, προτιμούσαν συνήθως να κινούνται πιο κοντά στους παραδοσιακούς γυναικείους ρόλους. Συχνά εσκεμμένα υιοθετούσαν πιο «θηλυκή» συμπεριφορά και εμφάνιση για να μην γίνονται στόχος. Η Λιγουέϊγουεϊ, με την θηλυκή της εμφάνιση, αντί να δυσκολέψει το έργο της ως στρατιωτικός διοικητής, παραδόξως το διευκόλυνε. Η επιθυμία της για εκδίκηση (ένα «αντρικό» χαρακτηριστικό) ισορροπούσε με την «χαριτωμένη» εμφάνισή της και αυτή η «ενσωμάτωση της αρρενωπότητας μέσα σε ένα γυναικείο σώμα» της χάρισε την αποδοχή ως ηγέτης και στρατιωτικός διοικητής.

Αυτή η επιμονή στην «θηλυκότητα» των «σωστών» γυναικών Χουκ εκφράζεται καλύτερα από την ιστορία της 16χρονης Λεονόρα Χίπας. Τον Οκτώβριο του 1954 οι εφημερίδες ανέφεραν τον γάμο της με τον 21χρονο Αιμίλιο. Ο γάμος τελέστηκε από τον Περιφερειάρχη μία μέρα μετά την σύλληψή τους. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα οι δύο ερωτευμένοι το έσκασαν από τους Χουκ γιατί ήθελαν να παντρευτούν και να ζήσουν μια ήσυχη ζωή. Οι λεζάντες κάτω από τις φωτογραφίες του ζευγαριού έγραφαν «Βουρκωμένη και πανέμορφη, λίγη ομοιότητα είχε με την Αμαζόνα που ήταν άσσος στο σημάδι» και «Με τους Χουκ ντυνόταν σαν άντρας. Όπως όλα τα κορίτσια, όμως, ήθελε να φορέσει νυφικό.»

Η Λεονόρα Χίπας με "αρρενωπή" στρατιωτική περιβολή δίπλα στον αγαπημένο της.
Η Λεονόρα Χίπας με «αρρενωπή» στρατιωτική περιβολή δίπλα στον αγαπημένο της.

 

Η Λεονόρα Χίπας στον γάμο της με λευκό νυφικό.
Η Λεονόρα Χίπας στον γάμο της με λευκό νυφικό.

 

Η πιο πάνω υπόθεση έφερνε στο φως και μια άλλη διάσταση της αντισυμβατικής ζωής των «Αμαζόνων». Οι γυναίκες αυτές, νέες, υγιείς και δυναμικές, είχαν μια φυσιολογική σεξουαλική ζωή με τους άντρες συντρόφους τους. Για την συντηρητική Φιλιππινέζικη κοινωνία. όμως, το σεξ των γυναικών αυτών εκτός γάμου ήταν πρόβλημα και για άλλη μια φορά οι γυναίκες ήταν τα θύματα. Οι αντάρτες άρχισαν να εμφανίζονται ως ανήθικοι και σάτυροι που δεν δίσταζαν να εκμεταλλευθούν τις «αθώες» και «άβγαλτες» χωριατοπούλες που κατατάσσονταν λες και εκείνες δεν είχαν λόγο ή προσωπικότητα. Πολλοί από αυτούς ήταν παντρεμένοι που είχαν αφήσει τις οικογένειές τους για να πάνε να πολεμήσουν στα βουνά και εκεί δεν δίσταζαν να συνάψουν παράνομες σχέσεις με τις γυναίκες που υπήρχαν εκεί. Ειδικά οι αντάρτες σε ανώτερους βαθμούς ήταν πιο ευάλωτοι σε τέτοιου είδους ηθικής τάξης κατηγορίες. Η φήμη των Χουκ άρχισε να μπαίνει σε κίνδυνο καθώς οι απλοί χωρικοί, οι περισσότεροι πιστοί καθολικοί, άρχισαν να κατακρίνουν την «άνομη» συμπεριφορά των Χουκ.

Τελικά το 1950 το κόμμα αναγκάστηκε να εκδώσει ένα έγγραφο το οποίο έθετε τους όρους υπό τους οποίους επιτρεπόταν η σύναψη ερωτικών σχέσεων. Ο κάθε αντάρτης είχε δικαίωμα να «παντρευτεί» μία «δεύτερη γυναίκα» εφόσον ίσχυαν τα παρακάτω: αποδείκνυε ότι οι βιολογικές του ανάγκες εμπόδιζαν το έργο τους ως στρατιώτης, ενημέρωναν την «δεύτερη σύζυγο» ότι ήταν παντρεμένοι αλλά και την «πρώτη» για την ύπαρξη της «δεύτερης». Στο τέλος της επανάστασης ήταν υποχρεωμένοι να επιστρέψουν στη μονογαμία και να διαλέξουν μία μόνο σύζυγο.

Οι γυναίκες σαν την Λεόνα Χίπας ήταν για τα μέσα η απόδειξη ότι οι «κακοί άντρες κομουνιστές» εκμεταλλεύονταν τα «αθώα» κορίτσια τα οποία ευχαρίστως ξαναγυρνούσαν στην παραδοσιακή ζωή στο σπίτι μόλις τους δίνονταν η ευκαιρία. Επίσης, όσες γυναίκες επέστρεφαν στα σπίτια τους έγγυες (δεν ήταν εύκολο να γεννήσουν στα βουνά) ήταν η απόδειξη της ανήθικης ζωής στα στρατόπεδα των Χουκ. Δεν είχε σημασία πως στην πραγματικότητα η ζωή στα βουνά ήταν πιο ισότιμη και ελεύθερη. Η ίδια η Λιγουέϊγουέϊ περιγράφει πως κάλεσε σε μονομαχία έναν αντάρτη ονόματι Καταπάταν γιατί δεν την σεβόταν και της μιλούσε με σεξουαλικά υπονοούμενα μην αφήνοντας αμφιβολία για τις προθέσεις της. Οι άντρες και οι γυναίκες αντάρτες Χουκ συνεργάζονταν με σκοπό να καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες που παρουσιάζει η συνύπαρξη του πολέμου με τις προσωπικές σχέσεις, την οικογένεια και το μεγάλωμα των παιδιών.

"Αμαζόνες" εκπαιδεύονται στη σκοποβολή σε στρατόπεδο των Χουκ.
«Αμαζόνες» εκπαιδεύονται στη σκοποβολή σε στρατόπεδο των Χουκ.

Σαν τις αμαζόνες του ελληνικού μύθου, οι «Αμαζόνες των Χουκ» αντέστρεψαν την παραδοσιακή κοινωνική δομή. Έκαναν πιο ασαφή τα όρια ανάμεσα στους ρόλους των δύο φίλων και αμφισβήτησαν τον διαχωρισμό ανάμεσα στο «δημόσιο αρσενικό» και το «ιδιωτικό θηλυκό». Οι πράξεις τους αμφισβήτησαν την σεξουαλική ιεραρχία των Χουκ αλλά και τις κοινές απόψεις σχετικά με τα φύλα στην Φιλιπινέζικη κοινωνία. Τελικά, η εικόνα που επικράτησε δεν ήταν εκείνη της ατρόμητης ηρωίδας με το όπλο, αλλά του αδύναμου θηλυκού που το εκμεταλλεύονται και αναγκάζεται να εγκαταλείψει τα παιδιά του για να πάει στον πόλεμο. Κι όμως, ακόμα κι έτσι, αυτές οι γυναίκες κατάφεραν να αποτελέσουν για τις ομόφυλές τους εικόνες γυναικείας πολιτικής εξουσίας, στρατιωτικής ικανότητας και αυτονομίας. Ήταν οι «Αμαζόνες Χουκ» που αργότερα ενέπνευσαν άλλες επαναστάτριες και τους έδωσαν ένα πρότυπο γυναίκας που συνδυάζει την πολιτική ισχύ και την σεξουαλικότητα.

Τελικά οι Χουκ διαλύθηκαν γιατί έχασαν την υποστήριξη του λαού και γιατί δεν μπορούσαν να αντέξουν δύο δεκαετίες ένοπλου αγώνα και διώξεων. Η Διοικητής Λιγουέϊγουεϊ πέθανε το 2014 σε ηλικία 95 ετών.
————————————————————-
Το παρόν άρθρο είναι βασισμένο στο άρθρο της Vina A. Lanzona “Capturing the Huk Amazons: representing women warriors in the Philippines, 1940s-1950s” που δημοσιεύθηκε στο South East Asia Research, Ιούλιος 2009, τ. 17, Νο. 2, σελ. 133-174

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s